Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
serin 🔉  

δροσερός 🔉  
ψυχρός 🔉  
serince 🔉  

δροσερά 🔉  
κάπως δροσερός 🔉  
Serinhisar 🔉  

Σερινχισάρ (το) 🔉  
serinkanlı 🔉  

ψύχραιμος 🔉  
serinkanlılık 🔉  

ψυχραιμία (η) 🔉  
serinleme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
serinlemek 🔉  

δροσίζομαι 🔉  
serinlendirme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
ψύξη (η) 🔉  
serinlendirmek 🔉  

δροσίζω 🔉  
ψύχω 🔉  
serinlenme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
serinlenmek 🔉  

δροσίζομαι 🔉  
serinleşme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
serinleşmek 🔉  

δροσίζομαι 🔉  
serinletebilme 🔉  

δυνατότητα δροσισμού (η) 🔉  
δυνατότητα ψύξης (η) 🔉  
serinletebilmek 🔉  

μπορώ να δροσίσω 🔉  
μπορώ να ψύξω 🔉  
serinletme 🔉  

δροσισμός (ο) 🔉  
ψύξη (η) 🔉  
serinletmek 🔉  

δροσίζω 🔉  
ψύχω 🔉  
serinleyebilme 🔉  

δυνατότητα δροσισμού (η) 🔉  
serinleyebilmek 🔉  

μπορώ να δροσιστώ 🔉  
serinlik 🔉  

δροσιά (η) 🔉  
ψύχρα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱