Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
sert
🔉
σκληρός
🔉
τραχύς
🔉
αυστηρός
🔉
έντονος
🔉
sert buğday
🔉
σκληρό σιτάρι (το)
🔉
ντούρουμ (το)
🔉
sert damak
🔉
σκληρή υπερώα (η)
🔉
sert doku
🔉
σκληρός ιστός (ο)
🔉
sert su
🔉
σκληρό νερό (το)
🔉
sert tabaka
🔉
σκληρό στρώμα (το)
🔉
sert ünsüz
🔉
άηχο σύμφωνο (το)
🔉
σκληρό σύμφωνο (το)
🔉
sert zar
🔉
σκληρός υμένας (ο)
🔉
sertabip
🔉
αρχίατρος (ο)
🔉
sertabiplik
🔉
αρχιατρία (η)
🔉
sertap
🔉
σκληρό εξώφυλλο (το)
🔉
sertçe
🔉
σκληρά
🔉
αυστηρά
🔉
τραχιά
🔉
sertelme
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
sertelmek
🔉
σκληραίνω
🔉
σκληρύνομαι
🔉
sertifika
🔉
πιστοποιητικό (το)
🔉
sertifikalı
🔉
πιστοποιημένος
🔉
sertifikasız
🔉
χωρίς πιστοποιητικό
🔉
μη πιστοποιημένος
🔉
sertifikasyon
🔉
πιστοποίηση (η)
🔉
sertlenme
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
sertlenmek
🔉
σκληραίνω
🔉
σκληρύνομαι
🔉
sertleşebilme
🔉
δυνατότητα σκλήρυνσης (η)
🔉
sertleşebilmek
🔉
μπορώ να σκληρύνω
🔉
μπορώ να σκληρυνθώ
🔉
sertleşme
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
sertleşmek
🔉
σκληραίνω
🔉
σκληρύνομαι
🔉
sertleştirici
🔉
σκληρυντικό
🔉
sertleştirme
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
sertleştirmek
🔉
σκληραίνω
🔉
σκληρύνω
🔉
sertlik
🔉
σκληρότητα (η)
🔉
αυστηρότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱