Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sigorta 🔉  

ασφάλιση (η) 🔉  
ασφάλεια (η) 🔉  
ασφάλεια (ηλ.) (η) 🔉  
sigorta poliçesi 🔉  

ασφαλιστήριο συμβόλαιο (το) 🔉  
sigorta primi 🔉  

ασφάλιστρο (το) 🔉  
sigortacı 🔉  

ασφαλιστής (ο) 🔉  
ασφαλιστικός πράκτορας (ο) 🔉  
sigortacılık 🔉  

ασφαλιστική δραστηριότητα (η) 🔉  
ασφαλιστικό επάγγελμα (το) 🔉  
sigortalama 🔉  

ασφάλιση (η) 🔉  
sigortalamak 🔉  

ασφαλίζω 🔉  
sigortalanma 🔉  

ασφάλιση (η) 🔉  
sigortalanmak 🔉  

ασφαλίζομαι 🔉  
sigortalatma 🔉  

ασφάλιση μέσω τρίτου (η) 🔉  
sigortalatmak 🔉  

βάζω να ασφαλίσουν 🔉  
φροντίζω να ασφαλιστεί 🔉  
sigortalı 🔉  

ασφαλισμένος 🔉  
sigortalılık 🔉  

ιδιότητα ασφαλισμένου (η) 🔉  
ασφαλιστική κάλυψη (η) 🔉  
sigortasız 🔉  

ανασφάλιστος 🔉  
sigortasızlık 🔉  

ανασφάλιστη κατάσταση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱