Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
soy
🔉
γενεά (η)
🔉
γένος (το)
🔉
καταγωγή (η)
🔉
σόι (το)
🔉
soy gazlar
🔉
ευγενή αέρια (τα)
🔉
soy ismi
🔉
επώνυμο (το)
🔉
soy kütüğü
🔉
γενεαλογικό μητρώο (το)
🔉
γενεαλογικό βιβλίο (το)
🔉
soy oluş
🔉
καταγωγή (η)
🔉
γενεαλογία (η)
🔉
soy sop
🔉
γενεαλογία (η)
🔉
καταγωγή (η)
🔉
soy yapısı
🔉
δομή γενεαλογίας (η)
🔉
γενεαλογική δομή (η)
🔉
soya
🔉
σόγια (η)
🔉
soya çekim
🔉
κληρονομική ομοιότητα (η)
🔉
soya eti
🔉
κρέας σόγιας (το)
🔉
soya fasulyesi
🔉
σόγια (η)
🔉
φασόλι σόγιας (το)
🔉
soya filizi
🔉
φύτρο σόγιας (το)
🔉
soya loru
🔉
τυρί σόγιας (το)
🔉
soya sütü
🔉
γάλα σόγιας (το)
🔉
soya unu
🔉
αλεύρι σόγιας (το)
🔉
soya yağı
🔉
σογιέλαιο (το)
🔉
soyabilme
🔉
δυνατότητα γδαρσίματος (η)
🔉
δυνατότητα ξεφλουδίσματος (η)
🔉
soyabilmek
🔉
μπορώ να γδάρνω
🔉
μπορώ να ξεφλουδίζω
🔉
soyadı
🔉
επώνυμο (το)
🔉
soyağacı
🔉
γενεαλογικό δέντρο (το)
🔉
soydaş
🔉
ομοεθνής (ο)
🔉
ομογενής (ο)
🔉
soydaşlık
🔉
ομοεθνία (η)
🔉
ομογένεια (η)
🔉
soydurma
🔉
επινόηση (η)
🔉
κατασκευή (η)
🔉
soydurmak
🔉
επινοώ
🔉
κατασκευάζω
🔉
soygun
🔉
ληστεία (η)
🔉
διαρπαγή (η)
🔉
soyguncu
🔉
ληστής (ο)
🔉
διαρπαγέας (ο)
🔉
soygunculuk
🔉
ληστεία (η)
🔉
ληστρική δράση (η)
🔉
soyka
🔉
λάφυρο (το)
🔉
πλιάτσικο (το)
🔉
soykırım
🔉
γενοκτονία (η)
🔉
şöyle
🔉
έτσι
🔉
şöyle bir
🔉
κάπως
🔉
περίπου
🔉
şöyle böyle
🔉
έτσι κι έτσι
🔉
μέτρια
🔉
şöylece
🔉
έτσι
🔉
κατ’ αυτόν τον τρόπο
🔉
söylem
🔉
λόγος (ο)
🔉
δισкурс (το)
🔉
söyleme
🔉
διατύπωση (η)
🔉
έκφραση (η)
🔉
söylemek
🔉
λέω
🔉
εκφράζω
🔉
διατυπώνω
🔉
söylemseme
🔉
ειρωνική μίμηση (η)
🔉
söylemsemek
🔉
μιμούμαι ειρωνικά
🔉
söylence
🔉
θρύλος (ο)
🔉
παράδοση (η)
🔉
söylenebilme
🔉
δυνατότητα να ειπωθεί (η)
🔉
söylenebilmek
🔉
μπορώ να ειπωθώ
🔉
söylenilme
🔉
εκφορά (η)
🔉
διατύπωση (η)
🔉
söylenilmek
🔉
λέγομαι
🔉
διατυπώνομαι
🔉
söyleniş
🔉
εκφορά (η)
🔉
διατύπωση (η)
🔉
söylenme
🔉
διατύπωση (η)
🔉
έκφραση (η)
🔉
söylenmek
🔉
λέγομαι
🔉
παραπονιέμαι
🔉
γκρινιάζω
🔉
söylenti
🔉
φήμη (η)
🔉
ψίθυρος (ο)
🔉
söyleşi
🔉
συνέντευξη (η)
🔉
συζήτηση (η)
🔉
söyleşici
🔉
συνομιλητής (ο)
🔉
συνεντευκτής (ο)
🔉
şöylesine
🔉
έτσι απλώς
🔉
τόσο
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱