Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
stok 🔉  

απόθεμα (το) 🔉  
στοκ (το) 🔉  
stokçu 🔉  

στοκάς (ο) 🔉  
stokçuluk 🔉  

στοκάδικο εμπόριο (το) 🔉  
stoklama 🔉  

αποθεματοποίηση (η) 🔉  
στοκάρισμα (το) 🔉  
stoklamak 🔉  

αποθεματοποιώ 🔉  
στοκάρω 🔉  
stoklayabilme 🔉  

δυνατότητα αποθεματοποίησης (η) 🔉  
stoklayabilmek 🔉  

μπορώ να αποθεματοποιώ 🔉  
μπορώ να στοκάρω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱