Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
tabi 🔉  

εξαρτημένος 🔉  
υποτελής 🔉  
tabiat 🔉  

φύση (η) 🔉  
ιδιοσυγκρασία (η) 🔉  
tabiat bilgisi 🔉  

φυσιογνωσία (η) 🔉  
φυσικές επιστήμες (οι) 🔉  
tabiat bilimleri 🔉  

φυσικές επιστήμες (οι) 🔉  
tabiatıyla 🔉  

εκ φύσεως 🔉  
φυσικά 🔉  
tabiatlı 🔉  

φυσικός 🔉  
με καλή φύση 🔉  
tabiatlılık 🔉  

φυσικότητα (η) 🔉  
tabiatsız 🔉  

αφύσικος 🔉  
χωρίς φύση 🔉  
tabiatsızlık 🔉  

αφυσικότητα (η) 🔉  
tabiatüstü 🔉  

υπερφυσικός 🔉  
tabiatüstücü 🔉  

υπερφυσιστής (ο) 🔉  
tabiatüstücülük 🔉  

υπερφυσισμός (ο) 🔉  
tabii 🔉  

φυσικός 🔉  
βεβαίως 🔉  
φυσικά 🔉  
tabii afet 🔉  

φυσική καταστροφή (η) 🔉  
tabii hukuk 🔉  

φυσικό δίκαιο (το) 🔉  
tabiileşme 🔉  

εκφυσικοποίηση (η) 🔉  
πολιτογράφηση (η) 🔉  
tabiileşmek 🔉  

εκφυσικοποιούμαι 🔉  
πολιτογραφούμαι 🔉  
tabiileştirme 🔉  

εκφυσικοποίηση (η) 🔉  
πολιτογράφηση (η) 🔉  
tabiileştirmek 🔉  

εκφυσικοποιώ 🔉  
πολιτογραφώ 🔉  
tabiilik 🔉  

φυσικότητα (η) 🔉  
tabiiyet 🔉  

υπηκοότητα (η) 🔉  
ιθαγένεια (η) 🔉  
tabiiyetli 🔉  

υπήκοος 🔉  
με υπηκοότητα 🔉  
tabiiyetsiz 🔉  

ανιθαγενής 🔉  
tabiiyetsizlik 🔉  

ανιθαγένεια (η) 🔉  
tabildot 🔉  

μενού σταθερής τιμής (το) 🔉  
tabilik 🔉  

υποτέλεια (η) 🔉  
εξάρτηση (η) 🔉  
tabip 🔉  

ιατρός (ο) 🔉  
tabiplik 🔉  

ιατρικό επάγγελμα (το) 🔉  
ιατρική (η) 🔉  
tabir 🔉  

έκφραση (η) 🔉  
όρος (ο) 🔉  
ερμηνεία (η) 🔉  
tabirname 🔉  

λεξικό όρων (το) 🔉  
γλωσσάριο (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱