Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
tüp
🔉
σωλήνας (ο)
🔉
κύλινδρος (ο)
🔉
φιάλη (η)
🔉
tüp bebek
🔉
παιδί του σωλήνα (το)
🔉
εξωσωματικό βρέφος (το)
🔉
tüp gaz
🔉
υγραέριο σε φιάλη (το)
🔉
φιάλη υγραερίου (η)
🔉
tüp geçit
🔉
σωληνωτή διάβαση (η)
🔉
υπόγειος οχετός (ο)
🔉
tüpçü
🔉
πωλητής φιαλών αερίου (ο)
🔉
τεχνίτης σωλήνων (ο)
🔉
tüpçülük
🔉
εμπορία φιαλών αερίου (η)
🔉
σωληνουργία (η)
🔉
tüpleme
🔉
σωλήνωση (η)
🔉
τοποθέτηση σε σωλήνα (η)
🔉
tüplemek
🔉
σωληνώνω
🔉
τοποθετώ σε σωλήνα
🔉
tüplü
🔉
με φιάλη (αερίου)
🔉
σωληνωτός
🔉
tüplük
🔉
θήκη φιάλης (η)
🔉
χώρος/αποθήκη φιαλών (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱