Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
tık 🔉  

κλικ (το) 🔉  
tık tık 🔉  

τακ-τακ (το) 🔉  
tıka basa 🔉  

μέχρι σκασμού 🔉  
ασφυκτικά 🔉  
tıkabilme 🔉  

δυνατότητα φραγής (η) 🔉  
δυνατότητα βουλώματος (η) 🔉  
tıkabilmek 🔉  

δύναμαι να φράξω 🔉  
δύναμαι να βουλώσω 🔉  
tıkaç 🔉  

πώμα (το) 🔉  
τάπα (η) 🔉  
tıkaçlama 🔉  

πωματισμός (ο) 🔉  
τάπωμα (το) 🔉  
tıkaçlamak 🔉  

πωματίζω 🔉  
ταπώνω 🔉  
tıkaçlanma 🔉  

πωματισμός (ο) 🔉  
τάπωμα (το) 🔉  
tıkaçlanmak 🔉  

πωματίζομαι 🔉  
ταπώνομαι 🔉  
tıkaçlı 🔉  

με πώμα 🔉  
ταπωμένος 🔉  
tıkaçsız 🔉  

χωρίς πώμα 🔉  
άταπος 🔉  
tıkalı 🔉  

βουλωμένος 🔉  
φραγμένος 🔉  
tıkama 🔉  

βούλωμα (το) 🔉  
φραγή (η) 🔉  
tıkamak 🔉  

βουλώνω 🔉  
φράζω 🔉  
tıkamalı 🔉  

με φραγή 🔉  
βουλωτικός 🔉  
tıkanabilme 🔉  

δυνατότητα απόφραξης (η) 🔉  
tıkanabilmek 🔉  

δύναμαι να φράξω 🔉  
δύναμαι να αποφράξω 🔉  
tıkanık 🔉  

φραγμένος 🔉  
βουλωμένος 🔉  
tıkanıklık 🔉  

απόφραξη (η) 🔉  
βούλωμα (το) 🔉  
tıkanış 🔉  

απόφραξη (η) 🔉  
βούλωμα (το) 🔉  
tıkanıverme 🔉  

ξαφνικό βούλωμα (το) 🔉  
αιφνίδια απόφραξη (η) 🔉  
tıkanıvermek 🔉  

βουλώνω ξαφνικά 🔉  
φράζω απότομα 🔉  
tıkanma 🔉  

απόφραξη (η) 🔉  
βούλωμα (το) 🔉  
tıkanmak 🔉  

βουλώνω 🔉  
φράζω 🔉  
αποφράσσομαι 🔉  
tıkatma 🔉  

πρόκληση απόφραξης (η) 🔉  
βούλωμα (το) 🔉  
tıkatmak 🔉  

βουλώνω (κάτι) προκαλώντας 🔉  
φράζω 🔉  
tıkayabilme 🔉  

δυνατότητα φραγής (η) 🔉  
δυνατότητα βουλώματος (η) 🔉  
tıkayabilmek 🔉  

δύναμαι να βουλώσω 🔉  
δύναμαι να φράξω 🔉  
tıkayıverme 🔉  

άμεσο βούλωμα (το) 🔉  
στιγμιαία φραγή (η) 🔉  
tıkayıvermek 🔉  

βουλώνω αμέσως 🔉  
φράζω μονομιάς 🔉  
tıkılış 🔉  

βούλωμα (το) 🔉  
φραγή (η) 🔉  
tıkılma 🔉  

βούλωμα (το) 🔉  
φραγή (η) 🔉  
tıkılmak 🔉  

βουλώνομαι 🔉  
φράζομαι 🔉  
tıkım 🔉  

μπουκιά (η) 🔉  
μπουκωσιά (η) 🔉  
tıkımlanma 🔉  

μπουκώσιμο (το) 🔉  
tıkımlanmak 🔉  

μπουκώνομαι 🔉  
tıkınış 🔉  

καταβρόχθισμα (το) 🔉  
μπουκώσιμο (το) 🔉  
tıkınma 🔉  

καταβρόχθισμα (το) 🔉  
μπουκώσιμο (το) 🔉  
tıkınmak 🔉  

καταβροχθίζω 🔉  
μπουκώνω 🔉  
tıkır 🔉  

τικ-τακ (το) 🔉  
tıkır tıkır 🔉  

τικ-τακ 🔉  
ρολόι 🔉  
tıkırdama 🔉  

τριγμός (ο) 🔉  
κροτάλισμα (το) 🔉  
tıkırdamak 🔉  

τρίζει 🔉  
κροταλίζει 🔉  
tıkırdatma 🔉  

πρόκληση τριγμού (η) 🔉  
κροτάλισμα (το) 🔉  
tıkırdatmak 🔉  

κάνω να τρίζει 🔉  
κροταλίζω 🔉  
tıkırında 🔉  

σε καλή κατάσταση 🔉  
ομαλά 🔉  
tıkırtı 🔉  

τριγμός (ο) 🔉  
κρότος (ο) 🔉  
κροτάλισμα (το) 🔉  
tıkış tıkış 🔉  

στριμωχτά 🔉  
ασφυκτικά 🔉  
tıkışık 🔉  

στριμωγμένος 🔉  
ασφυκτικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱