Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
tan
🔉
αυγή (η)
🔉
χάραμα (το)
🔉
tan tun
🔉
νταν-ντουν (το)
🔉
tan yeli
🔉
αυγερινός άνεμος (ο)
🔉
tan yeri
🔉
ανατολή (η)
🔉
ορίζοντας (ο)
🔉
tanassur
🔉
εκχριστιανισμός (ο)
🔉
tanatoloji
🔉
θανατολογία (η)
🔉
tandans
🔉
τάση (η)
🔉
κλίση (η)
🔉
tandanslı
🔉
με τάση
🔉
με κλίση
🔉
tandem
🔉
τάντεμ (το)
🔉
tandem filtre
🔉
φίλτρο τάντεμ (το)
🔉
tandem paraşütü
🔉
αλεξίπτωτο τάντεμ (το)
🔉
tandır
🔉
ταντούρ (ο)
🔉
φούρνος ταντούρ (ο)
🔉
tandır alevi
🔉
φλόγα ταντούρ (η)
🔉
tandır böreği
🔉
πίτα ταντούρ (η)
🔉
tandır çorbası
🔉
σούπα ταντούρ (η)
🔉
tandır çöreği
🔉
ψωμάκι ταντούρ (το)
🔉
tandır ekmeği
🔉
ψωμί ταντούρ (το)
🔉
tandır kebabı
🔉
κεμπάπ ταντούρ (το)
🔉
tandırname
🔉
ταντιρνάμε (το)
🔉
tane
🔉
κόκκος (ο)
🔉
σπυρί (το)
🔉
τεμάχιο (το)
🔉
tane tane
🔉
κόκκο-κόκκο
🔉
έναν-έναν
🔉
tanecik
🔉
κοκκίδιο (το)
🔉
σωματίδιο (το)
🔉
tanecikli
🔉
κοκκώδης
🔉
με κόκκους
🔉
taneciksiz
🔉
χωρίς κόκκους
🔉
μη κοκκώδης
🔉
tanecil
🔉
κοκκώδης
🔉
taneleme
🔉
κοκκοποίηση (η)
🔉
tanelemek
🔉
κοκκοποιώ
🔉
tanelenme
🔉
κοκκοποίηση (η)
🔉
κοκκίωση (η)
🔉
tanelenmek
🔉
κοκκοποιούμαι
🔉
κοκκιοποιούμαι
🔉
taneli
🔉
με κόκκους
🔉
κοκκώδης
🔉
tanen
🔉
ταννίνη (η)
🔉
tanesiz
🔉
χωρίς κόκκους
🔉
χωρίς τεμάχια
🔉
tangır tangır
🔉
κροταλιστά
🔉
με κρότο
🔉
tangır tungur
🔉
με βρόντο
🔉
βροντερά
🔉
tangırdama
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
tangırdamak
🔉
κροταλίζω
🔉
tangırdatma
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
tangırdatmak
🔉
κροταλίζω
🔉
κάνω να κροταλίζει
🔉
tangırtı
🔉
κρότος (ο)
🔉
κροτάλισμα (το)
🔉
tangırtılı
🔉
θορυβώδης
🔉
κροταλιστός
🔉
tango
🔉
τάνγκο (το)
🔉
tangram
🔉
τάνγκραμ (το)
🔉
tanin
🔉
ταννίνη (η)
🔉
taninli
🔉
ταννινούχος
🔉
tanı
🔉
διάγνωση (η)
🔉
tanıdık
🔉
γνωστός (ο)
🔉
γνώριμος
🔉
tanıdıklık
🔉
γνωριμία (η)
🔉
tanık
🔉
μάρτυρας (ο)
🔉
tanık tepe
🔉
μάρτυρας-λόφος (ο)
🔉
tanıklama
🔉
μαρτυρία (η)
🔉
κατάθεση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱