Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
tanı
🔉
διάγνωση (η)
🔉
tanıdık
🔉
γνωστός (ο)
🔉
γνώριμος
🔉
tanıdıklık
🔉
γνωριμία (η)
🔉
tanık
🔉
μάρτυρας (ο)
🔉
tanık tepe
🔉
μάρτυρας-λόφος (ο)
🔉
tanıklama
🔉
μαρτυρία (η)
🔉
κατάθεση (η)
🔉
tanıklamak
🔉
μαρτυρώ
🔉
καταθέτω
🔉
tanıklı
🔉
με μάρτυρα
🔉
μαρτυρημένος
🔉
tanıklık
🔉
μαρτυρία (η)
🔉
μαρτυρική κατάθεση (η)
🔉
tanıklılık
🔉
ιδιότητα μάρτυρα (η)
🔉
tanıksız
🔉
χωρίς μάρτυρα
🔉
αμάρτυρος
🔉
tanıksızlık
🔉
έλλειψη μάρτυρα (η)
🔉
tanılama
🔉
διάγνωση (η)
🔉
tanılamak
🔉
διαγιγνώσκω
🔉
tanılma
🔉
διάγνωση (η)
🔉
tanılmak
🔉
διαγιγνώσκομαι
🔉
tanım
🔉
ορισμός (ο)
🔉
περιγραφή (η)
🔉
tanıma
🔉
αναγνώριση (η)
🔉
tanımak
🔉
γνωρίζω
🔉
αναγνωρίζω
🔉
tanımaz
🔉
αγνώμων
🔉
αχάριστος
🔉
tanımazlık
🔉
αγνωμοσύνη (η)
🔉
αχαριστία (η)
🔉
tanımışlık
🔉
γνωριμία (η)
🔉
tanımlama
🔉
ορισμός (ο)
🔉
καθορισμός (ο)
🔉
tanımlamak
🔉
ορίζω
🔉
καθορίζω
🔉
tanımlanış
🔉
διατύπωση ορισμού (η)
🔉
tanımlanma
🔉
ορισμός (ο)
🔉
καθορισμός (ο)
🔉
tanımlanmak
🔉
ορίζομαι
🔉
καθορίζομαι
🔉
tanımlatma
🔉
ανάθεση ορισμού (η)
🔉
tanımlatmak
🔉
βάζω να ορίσει
🔉
αναθέτω να καθορίσει
🔉
tanımlayabilme
🔉
δυνατότητα ορισμού (η)
🔉
tanımlayabilmek
🔉
μπορώ να ορίσω
🔉
δύναμαι να καθορίσω
🔉
tanımlayış
🔉
τρόπος ορισμού (ο)
🔉
tanımlayıverme
🔉
πρόχειρος ορισμός (ο)
🔉
tanımlayıvermek
🔉
ορίζω πρόχειρα
🔉
καθορίζω αμέσως
🔉
tanımlık
🔉
οριστικό (το)
🔉
ορισμός (ο)
🔉
tanınabilme
🔉
δυνατότητα αναγνώρισης (η)
🔉
tanınabilmek
🔉
μπορώ να αναγνωριστώ
🔉
δύναμαι να αναγνωριστώ
🔉
tanınış
🔉
αναγνώριση (η)
🔉
tanınma
🔉
αναγνώριση (η)
🔉
tanınmak
🔉
αναγνωρίζομαι
🔉
γίνομαι γνωστός
🔉
tanınmış
🔉
αναγνωρισμένος
🔉
διάσημος
🔉
tanınmışlık
🔉
αναγνωρισιμότητα (η)
🔉
φήμη (η)
🔉
tanış
🔉
γνωριμία (η)
🔉
tanışabilme
🔉
δυνατότητα γνωριμίας (η)
🔉
tanışabilmek
🔉
μπορώ να γνωριστώ
🔉
tanışık
🔉
γνώριμος
🔉
γνωστός
🔉
tanışıklık
🔉
γνωριμία (η)
🔉
tanışış
🔉
γνωριμία (η)
🔉
tanısız
🔉
αδιάγνωστος
🔉
tanısızlık
🔉
έλλειψη διάγνωσης (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱