Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
tasa 🔉  

έγνοια (η) 🔉  
ανησυχία (η) 🔉  
taşabilme 🔉  

δυνατότητα υπερχείλισης (η) 🔉  
δυνατότητα να ξεχειλίσει (η) 🔉  
taşabilmek 🔉  

δύναμαι να υπερχειλίσω 🔉  
δύναμαι να ξεχειλίσω 🔉  
taşak 🔉  

όρχις (ο) 🔉  
όρχεις (οι) 🔉  
taşaklı 🔉  

με όρχεις 🔉  
ορχιδωτός 🔉  
tasalanma 🔉  

ανησυχία (η) 🔉  
tasalanmak 🔉  

ανησυχώ 🔉  
μεριμνώ 🔉  
tasalı 🔉  

ανήσυχος 🔉  
με έγνοια 🔉  
tasallüp 🔉  

σφετερισμός (ο) 🔉  
tasallut 🔉  

καταδυνάστευση (η) 🔉  
καταπίεση (η) 🔉  
tasannu 🔉  

προσποίηση (η) 🔉  
επιτήδευση (η) 🔉  
tasar 🔉  

τασάρ (το) 🔉  
tasar çizim 🔉  

προσχεδιασμός (ο) 🔉  
προσχέδιο (το) 🔉  
tasar çizimci 🔉  

σχεδιαστής προσχεδίων (ο) 🔉  
tasar çizimcilik 🔉  

σχεδίαση προσχεδίων (η) 🔉  
tasarı 🔉  

πρόταση (η) 🔉  
σχέδιο (το) 🔉  
tasarı geometri 🔉  

περιγραφική γεωμετρία (η) 🔉  
tasarım 🔉  

σχεδιασμός (ο) 🔉  
ντιζάιν (το) 🔉  
tasarımcı 🔉  

σχεδιαστής (ο) 🔉  
ντιζάινερ (ο) 🔉  
tasarımcılık 🔉  

σχεδιαστική (η) 🔉  
επάγγελμα σχεδιαστή (το) 🔉  
tasarımlama 🔉  

σχεδιασμός (ο) 🔉  
tasarımlamak 🔉  

σχεδιάζω 🔉  
tasarımlanma 🔉  

σχεδιασμός (ο) 🔉  
tasarımlanmak 🔉  

σχεδιάζομαι 🔉  
tasarımlayabilme 🔉  

δυνατότητα σχεδιασμού (η) 🔉  
tasarımlayabilmek 🔉  

δύναμαι να σχεδιάσω 🔉  
tasarımlı 🔉  

σχεδιασμένος 🔉  
με σχέδιο 🔉  
tasarımsız 🔉  

χωρίς σχεδιασμό 🔉  
ασχεδίαστος 🔉  
tasarımsızlık 🔉  

έλλειψη σχεδιασμού (η) 🔉  
tasarlama 🔉  

σχεδίαση (η) 🔉  
σχεδιασμός (ο) 🔉  
tasarlamak 🔉  

σχεδιάζω 🔉  
καταστρώνω 🔉  
tasarlanabilme 🔉  

δυνατότητα σχεδίασης (η) 🔉  
tasarlanabilmek 🔉  

δύναται να σχεδιαστεί 🔉  
tasarlanış 🔉  

σχεδίαση (η) 🔉  
tasarlanma 🔉  

σχεδίαση (η) 🔉  
tasarlanmak 🔉  

σχεδιάζομαι 🔉  
tasarlatma 🔉  

ανάθεση σχεδίασης (η) 🔉  
tasarlatmak 🔉  

βάζω να σχεδιάσουν 🔉  
tasarlayabilme 🔉  

δυνατότητα σχεδίασης (η) 🔉  
tasarlayabilmek 🔉  

δύναμαι να σχεδιάσω 🔉  
tasarlayış 🔉  

σχεδίαση (η) 🔉  
tasarruf 🔉  

οικονομία (η) 🔉  
αποταμίευση (η) 🔉  
εξοικονόμηση (η) 🔉  
tasarruf bonosu 🔉  

ομόλογο αποταμίευσης (το) 🔉  
tasarrufçu 🔉  

οικονόμος (ο) 🔉  
αποταμιευτής (ο) 🔉  
tasarrufçuluk 🔉  

αποταμιευτική στάση (η) 🔉  
φιλαποταμίευση (η) 🔉  
tasarruflu 🔉  

οικονομικός 🔉  
λιτός 🔉  
tasarrufluluk 🔉  

οικονομία (η) 🔉  
λιτότητα (η) 🔉  
tasasız 🔉  

ανέμελος 🔉  
χωρίς έγνοια 🔉  
tasasızlık 🔉  

ανεμελιά (η) 🔉  
tasavvuf 🔉  

σουφισμός (ο) 🔉  
μυστικισμός (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱