Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
tasar
🔉
τασάρ (το)
🔉
tasar çizim
🔉
προσχεδιασμός (ο)
🔉
προσχέδιο (το)
🔉
tasar çizimci
🔉
σχεδιαστής προσχεδίων (ο)
🔉
tasar çizimcilik
🔉
σχεδίαση προσχεδίων (η)
🔉
tasarı
🔉
πρόταση (η)
🔉
σχέδιο (το)
🔉
tasarı geometri
🔉
περιγραφική γεωμετρία (η)
🔉
tasarım
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
ντιζάιν (το)
🔉
tasarımcı
🔉
σχεδιαστής (ο)
🔉
ντιζάινερ (ο)
🔉
tasarımcılık
🔉
σχεδιαστική (η)
🔉
επάγγελμα σχεδιαστή (το)
🔉
tasarımlama
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
tasarımlamak
🔉
σχεδιάζω
🔉
tasarımlanma
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
tasarımlanmak
🔉
σχεδιάζομαι
🔉
tasarımlayabilme
🔉
δυνατότητα σχεδιασμού (η)
🔉
tasarımlayabilmek
🔉
δύναμαι να σχεδιάσω
🔉
tasarımlı
🔉
σχεδιασμένος
🔉
με σχέδιο
🔉
tasarımsız
🔉
χωρίς σχεδιασμό
🔉
ασχεδίαστος
🔉
tasarımsızlık
🔉
έλλειψη σχεδιασμού (η)
🔉
tasarlama
🔉
σχεδίαση (η)
🔉
σχεδιασμός (ο)
🔉
tasarlamak
🔉
σχεδιάζω
🔉
καταστρώνω
🔉
tasarlanabilme
🔉
δυνατότητα σχεδίασης (η)
🔉
tasarlanabilmek
🔉
δύναται να σχεδιαστεί
🔉
tasarlanış
🔉
σχεδίαση (η)
🔉
tasarlanma
🔉
σχεδίαση (η)
🔉
tasarlanmak
🔉
σχεδιάζομαι
🔉
tasarlatma
🔉
ανάθεση σχεδίασης (η)
🔉
tasarlatmak
🔉
βάζω να σχεδιάσουν
🔉
tasarlayabilme
🔉
δυνατότητα σχεδίασης (η)
🔉
tasarlayabilmek
🔉
δύναμαι να σχεδιάσω
🔉
tasarlayış
🔉
σχεδίαση (η)
🔉
tasarruf
🔉
οικονομία (η)
🔉
αποταμίευση (η)
🔉
εξοικονόμηση (η)
🔉
tasarruf bonosu
🔉
ομόλογο αποταμίευσης (το)
🔉
tasarrufçu
🔉
οικονόμος (ο)
🔉
αποταμιευτής (ο)
🔉
tasarrufçuluk
🔉
αποταμιευτική στάση (η)
🔉
φιλαποταμίευση (η)
🔉
tasarruflu
🔉
οικονομικός
🔉
λιτός
🔉
tasarrufluluk
🔉
οικονομία (η)
🔉
λιτότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱