Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
taze
🔉
φρέσκος
🔉
νωπός
🔉
πρόσφατος
🔉
νέος
🔉
taze fasulye
🔉
φασολάκια φρέσκα (τα)
🔉
taze para
🔉
καινούργια χαρτονομίσματα (τα)
🔉
φρέσκο χρήμα (το)
🔉
taze soğan
🔉
φρέσκο κρεμμυδάκι (το)
🔉
φρέσκα κρεμμυδάκια (τα)
🔉
tazece
🔉
φρεσκοτριμμένος
🔉
φρεσκοκομμένος
🔉
φρεσκοφτιαγμένος
🔉
tazekan
🔉
νεοαφιχθείς
🔉
νεοφερμένος
🔉
tazeleme
🔉
ανανέωση (η)
🔉
φρεσκάρισμα (το)
🔉
tazelemek
🔉
ανανεώνω
🔉
φρεσκάρω
🔉
tazelendirme
🔉
ανανέωση (η)
🔉
αναζωογόνηση (η)
🔉
tazelendirmek
🔉
ανανεώνω
🔉
αναζωογονώ
🔉
tazeleniş
🔉
ανανέωση (η)
🔉
tazelenme
🔉
ανανέωση (η)
🔉
φρεσκάρισμα (το)
🔉
tazelenmek
🔉
ανανεώνομαι
🔉
φρεσκάρομαι
🔉
tazeleşme
🔉
φρεσκάρισμα (το)
🔉
αναζωογόνηση (η)
🔉
tazeleşmek
🔉
φρεσκάρω
🔉
αναζωογονούμαι
🔉
tazeleştirme
🔉
φρεσκάρισμα (το)
🔉
αναζωογόνηση (η)
🔉
tazeleştirmek
🔉
φρεσκάρω
🔉
αναζωογονώ
🔉
tazeletme
🔉
ανανέωση (η)
🔉
φρεσκάρισμα (το)
🔉
tazeletmek
🔉
ανανεώνω
🔉
φρεσκάρω
🔉
tazeleyebilme
🔉
δυνατότητα ανανέωσης (η)
🔉
tazeleyebilmek
🔉
μπορώ να ανανεώσω
🔉
δύναμαι να φρεσκάρω
🔉
tazeleyiş
🔉
ανανέωση (η)
🔉
φρεσκάρισμα (το)
🔉
tazelik
🔉
φρεσκάδα (η)
🔉
νωπότητα (η)
🔉
πρόσφατο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱