Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
teke 🔉  

τράγος (ο) 🔉  
teke dikeni 🔉  

αγκάθι τράγου (το) 🔉  
teke tek 🔉  

ένας προς έναν 🔉  
κατ’ ιδίαν 🔉  
tekebbür 🔉  

αλαζονεία (η) 🔉  
υπεροψία (η) 🔉  
tekeffül 🔉  

ανάληψη (η) 🔉  
εγγύηση (η) 🔉  
tekel 🔉  

μονοπώλιο (το) 🔉  
tekel bayisi 🔉  

πρακτορείο μονοπωλίου (το) 🔉  
εξουσιοδοτημένος μεταπωλητής μονοπωλίου (ο) 🔉  
tekel maddesi 🔉  

μονοπωλιακό είδος (το) 🔉  
tekel ürünleri 🔉  

μονοπωλιακά προϊόντα (τα) 🔉  
tekelci 🔉  

μονοπωλητής (ο) 🔉  
μονοπωλιακός 🔉  
tekelci anamalcılık 🔉  

μονοπωλιακός καπιταλισμός (ο) 🔉  
tekelcilik 🔉  

μονοπωλιακή πρακτική (η) 🔉  
μονοπωλιασμός (ο) 🔉  
tekelleşme 🔉  

μονοπώληση (η) 🔉  
μονοπωλιοποίηση (η) 🔉  
tekelleşmek 🔉  

μονοπωλώ 🔉  
μονοπωλιοποιούμαι 🔉  
tekelleştirme 🔉  

μονοπώληση (η) 🔉  
μονοπωλιοποίηση (η) 🔉  
tekelleştirmek 🔉  

μονοπωλώ 🔉  
μονοπωλιοποιώ 🔉  
tekellüf 🔉  

τυπικότητα (η) 🔉  
επισημότητα (η) 🔉  
εθιμοτυπία (η) 🔉  
tekellüm 🔉  

ομιλία (η) 🔉  
εκφορά λόγου (η) 🔉  
tekemmül 🔉  

τελείωση (η) 🔉  
τελειοποίηση (η) 🔉  
ολοκλήρωση (η) 🔉  
teker 🔉  

τροχός (ο) 🔉  
teker teker 🔉  

ένας-ένας 🔉  
ξεχωριστά 🔉  
teker tüker 🔉  

ένας-ένας 🔉  
σποραδικά 🔉  
tekercik 🔉  

μικρός τροχός (ο) 🔉  
ροδάκι (το) 🔉  
tekerlek 🔉  

τροχός (ο) 🔉  
ρόδα (η) 🔉  
tekerlek pabucu 🔉  

τάκος τροχού (ο) 🔉  
σφήνα τροχού (η) 🔉  
tekerlekçi 🔉  

τροχοποιός (ο) 🔉  
tekerlekçilik 🔉  

τροχοποιία (η) 🔉  
tekerlekli 🔉  

τροχοφόρος 🔉  
με ρόδες 🔉  
tekerlekli kayak 🔉  

τροχοπέδιλα (τα) 🔉  
tekerlekli koltuk 🔉  

τροχήλατη πολυθρόνα (η) 🔉  
tekerlekli sandalye 🔉  

αναπηρικό αμαξίδιο (το) 🔉  
καροτσάκι (το) 🔉  
tekerleksiz 🔉  

χωρίς τροχούς 🔉  
tekerleme 🔉  

παιδικό στιχούργημα (το) 🔉  
γλωσσοδέτης (ο) 🔉  
tekerlemek 🔉  

απαγγέλλω γλωσσοδέτες 🔉  
λέω παιδικά στιχάκια 🔉  
tekerlenme 🔉  

κύλιση (η) 🔉  
tekerlenmek 🔉  

κυλίομαι 🔉  
tekerli 🔉  

με τροχούς 🔉  
τροχοφόρος 🔉  
tekerrür 🔉  

επανάληψη (η) 🔉  
υποτροπή (η) 🔉  
tekesakalı 🔉  

τραγογένης 🔉  
tekeseme 🔉  

τραυλισμός (ο) 🔉  
tekesemek 🔉  

τραυλίζω 🔉  
tekessür 🔉  

πολλαπλασιασμός (ο) 🔉  
αύξηση (η) 🔉  
tekevvün 🔉  

γένεση (η) 🔉  
δημιουργία (η) 🔉  
σχηματισμός (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱