Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
tekel
🔉
μονοπώλιο (το)
🔉
tekel bayisi
🔉
πρακτορείο μονοπωλίου (το)
🔉
εξουσιοδοτημένος μεταπωλητής μονοπωλίου (ο)
🔉
tekel maddesi
🔉
μονοπωλιακό είδος (το)
🔉
tekel ürünleri
🔉
μονοπωλιακά προϊόντα (τα)
🔉
tekelci
🔉
μονοπωλητής (ο)
🔉
μονοπωλιακός
🔉
tekelci anamalcılık
🔉
μονοπωλιακός καπιταλισμός (ο)
🔉
tekelcilik
🔉
μονοπωλιακή πρακτική (η)
🔉
μονοπωλιασμός (ο)
🔉
tekelleşme
🔉
μονοπώληση (η)
🔉
μονοπωλιοποίηση (η)
🔉
tekelleşmek
🔉
μονοπωλώ
🔉
μονοπωλιοποιούμαι
🔉
tekelleştirme
🔉
μονοπώληση (η)
🔉
μονοπωλιοποίηση (η)
🔉
tekelleştirmek
🔉
μονοπωλώ
🔉
μονοπωλιοποιώ
🔉
tekellüf
🔉
τυπικότητα (η)
🔉
επισημότητα (η)
🔉
εθιμοτυπία (η)
🔉
tekellüm
🔉
ομιλία (η)
🔉
εκφορά λόγου (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱