Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
temel
🔉
θεμέλιο (το)
🔉
βάση (η)
🔉
θεμελιώδης
🔉
temel bilimler
🔉
βασικές επιστήμες (οι)
🔉
temel çivisi
🔉
θεμελιακό καρφί (το)
🔉
temel cümle
🔉
κύρια πρόταση (η)
🔉
βασική πρόταση (η)
🔉
temel direği
🔉
θεμελιακός στύλος (ο)
🔉
κεντρικός στύλος (ο)
🔉
temel direk
🔉
θεμελιακός στύλος (ο)
🔉
κεντρικός στύλος (ο)
🔉
temel duruş
🔉
βασική στάση (η)
🔉
temel duvarı
🔉
θεμελιακός τοίχος (ο)
🔉
temel eğitim
🔉
βασική εκπαίδευση (η)
🔉
temel haklar
🔉
θεμελιώδη δικαιώματα (τα)
🔉
temel harf
🔉
βασικό γράμμα (το)
🔉
temel kazısı
🔉
εκσκαφή θεμελίων (η)
🔉
temel öğretim
🔉
βασική διδασκαλία (η)
🔉
πρωτοβάθμια εκπαίδευση (η)
🔉
temel önerme
🔉
βασική πρόταση (η)
🔉
θεμελιώδης πρόταση (η)
🔉
temel sayılar
🔉
βασικοί αριθμοί (οι)
🔉
θεμελιώδεις αριθμοί (οι)
🔉
temel taşı
🔉
θεμέλιος λίθος (ο)
🔉
temel tümce
🔉
κύρια πρόταση (η)
🔉
βασική πρόταση (η)
🔉
temellendirebilme
🔉
δυνατότητα θεμελίωσης (η)
🔉
δυνατότητα τεκμηρίωσης (η)
🔉
temellendirebilmek
🔉
μπορώ να θεμελιώσω
🔉
μπορώ να τεκμηριώσω
🔉
temellendirilme
🔉
θεμελίωση (η)
🔉
τεκμηρίωση (η)
🔉
temellendirilmek
🔉
θεμελιώνομαι
🔉
τεκμηριώνομαι
🔉
temellendirme
🔉
θεμελίωση (η)
🔉
τεκμηρίωση (η)
🔉
temellendirmek
🔉
θεμελιώνω
🔉
τεκμηριώνω
🔉
temellenme
🔉
θεμελίωση (η)
🔉
temellenmek
🔉
θεμελιώνομαι
🔉
temelleşme
🔉
θεμελίωση (η)
🔉
παγίωση (η)
🔉
temelleşmek
🔉
θεμελιώνομαι
🔉
παγιώνομαι
🔉
temelleştirme
🔉
θεμελίωση (η)
🔉
παγίωση (η)
🔉
temelleştirmek
🔉
θεμελιώνω
🔉
παγιώνω
🔉
temelli
🔉
θεμελιωμένος
🔉
μόνιμος
🔉
οριστικός
🔉
temelli senatör
🔉
ισόβιος γερουσιαστής (ο)
🔉
temellilik
🔉
θεμελιωτικότητα (η)
🔉
μονιμότητα (η)
🔉
temellük
🔉
ιδιοποίηση (η)
🔉
σφετερισμός (ο)
🔉
temelsiz
🔉
αθεμελίωτος
🔉
αβάσιμος
🔉
temelsizlik
🔉
αθεμελίωτο (το)
🔉
αβασιμότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱