Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
tepe 🔉  

κορυφή (η) 🔉  
λόφος (ο) 🔉  
ύψωμα (το) 🔉  
tepe açısı 🔉  

γωνία κορυφής (η) 🔉  
tepe aşağı 🔉  

κατηφορικά 🔉  
προς τα κάτω 🔉  
tepe camı 🔉  

παρμπρίζ (το) 🔉  
μπροστινό τζάμι (το) 🔉  
tepe lambası 🔉  

φως οροφής (το) 🔉  
πλαφονιέρα (η) 🔉  
tepe tomurcuğu 🔉  

κορυφαίος οφθαλμός (ο) 🔉  
tepe üstü 🔉  

ανάσκελα 🔉  
tepebaşı 🔉  

κορυφή (η) 🔉  
κορυφογραμμή (η) 🔉  
Tepebaşı 🔉  

Τεπέμπασι (το) 🔉  
tepebilme 🔉  

δυνατότητα κλοτσήματος (η) 🔉  
δυνατότητα λακτίσματος (η) 🔉  
tepebilmek 🔉  

μπορώ να κλοτσήσω 🔉  
μπορώ να λακτίσω 🔉  
tepecik 🔉  

λοφίσκος (ο) 🔉  
μικρός λόφος (ο) 🔉  
tepeden ayağa 🔉  

από την κορυφή ως τα νύχια 🔉  
από πάνω ως κάτω 🔉  
tepeden inme 🔉  

επιβεβλημένος άνωθεν 🔉  
άνωθεν επιβολή (η) 🔉  
tepeden inmeci 🔉  

οπαδός άνωθεν επιβολής (ο) 🔉  
συγκεντρωτικός (ο) 🔉  
tepeden inmecilik 🔉  

άνωθεν επιβολή (η) 🔉  
συγκεντρωτισμός (ο) 🔉  
tepeden tırnağa 🔉  

από την κορυφή ως τα νύχια 🔉  
από πάνω ως κάτω 🔉  
tepegöz 🔉  

Κύκλωπας (ο) 🔉  
προβολέας διαφανειών (ο) 🔉  
tepegözler 🔉  

Κύκλωπες (οι) 🔉  
προβολείς διαφανειών (οι) 🔉  
tepeleme 🔉  

σωριασμός (ο) 🔉  
στοίβαγμα (το) 🔉  
κατατρόπωση (η) 🔉  
tepelemek 🔉  

σωριάζω 🔉  
στοιβάζω 🔉  
κατατροπώνω 🔉  
tepelemesine 🔉  

σωρηδόν 🔉  
κατά στοίβες 🔉  
tepelenme 🔉  

σωριασμός (ο) 🔉  
κατατρόπωση (η) 🔉  
tepelenmek 🔉  

σωριάζομαι 🔉  
κατατροπώνομαι 🔉  
tepeletme 🔉  

πρόκληση σωριασμού (η) 🔉  
ανάθεση στοίβαξης (η) 🔉  
tepeletmek 🔉  

βάζω να σωριάσουν 🔉  
βάζω να στοιβάξουν 🔉  
tepeli 🔉  

λοφώδης 🔉  
με λοφίο 🔉  
λοφιοφόρος 🔉  
tepeli akbaba 🔉  

γύπας ο λοφιοφόρος (ο) 🔉  
tepeli bülbül 🔉  

αηδόνι το λοφιοφόρο (το) 🔉  
tepeli dalgıç 🔉  

βουτηχτάρι το λοφιοφόρο (το) 🔉  
tepeli deve kuşu 🔉  

στρουθοκάμηλος η λοφιοφόρος (η) 🔉  
tepeli deve kuşugiller 🔉  

λοφιοφόρα στρουθοκαμηλίδες (οι) 🔉  
tepeli horoz 🔉  

πετεινός ο λοφιοφόρος (ο) 🔉  
tepeli köstebek 🔉  

τυφλοπόντικας ο λοφιοφόρος (ο) 🔉  
tepeli patka 🔉  

πάπια η λοφιοφόρος (η) 🔉  
tepeli tarla kuşu 🔉  

κορυδαλλός ο λοφιοφόρος (ο) 🔉  
tepeli tavuk 🔉  

κότα η λοφιοφόρος (η) 🔉  
tepeli tavukgiller 🔉  

λοφιοφόρα ορνιθοειδή (τα) 🔉  
tepeli toygar 🔉  

κορυδαλλός ο λοφιοφόρος (ο) 🔉  
tepelik 🔉  

λοφίσκος (ο) 🔉  
κορυφή (η) 🔉  
λοφίο (το) 🔉  
tepelikli 🔉  

με λοφίο 🔉  
λοφιοφόρος 🔉  
tepesiz 🔉  

χωρίς κορυφή 🔉  
άκορφος 🔉  
tepetakla 🔉  

τούμπα 🔉  
ανάποδα 🔉  
κατακέφαλα 🔉  
tepetaklak 🔉  

ανάποδα 🔉  
τούμπα 🔉  
κατακέφαλα 🔉  
tepeüstü 🔉  

ανάσκελα 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱