Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
tezgâh
🔉
πάγκος (ο)
🔉
αργαλειός (ο)
🔉
μηχανή (η)
🔉
εργαστήριο (το)
🔉
tezgâh mengenesi
🔉
μέγγενη πάγκου (η)
🔉
tezgâhçı
🔉
πάγκαλος (ο)
🔉
αργαλειουργός (ο)
🔉
τεχνίτης πάγκου (ο)
🔉
tezgâhçılık
🔉
εργασία πάγκου (η)
🔉
αργαλειουργία (η)
🔉
tezgâhlama
🔉
τοποθέτηση σε πάγκο (η)
🔉
στήσιμο (το)
🔉
tezgâhlamak
🔉
στήνω
🔉
τοποθετώ σε πάγκο
🔉
tezgâhlanma
🔉
στήσιμο (το)
🔉
τοποθέτηση (η)
🔉
tezgâhlanmak
🔉
στήνομαι
🔉
τοποθετούμαι
🔉
tezgâhlayabilme
🔉
δυνατότητα στησίματος (η)
🔉
δυνατότητα τοποθέτησης (η)
🔉
tezgâhlayabilmek
🔉
δύναμαι να στήσω
🔉
δύναμαι να τοποθετήσω
🔉
tezgâhtar
🔉
πάγκαλος (ο)
🔉
πωλητής πάγκου (ο)
🔉
tezgâhtar ağzı
🔉
αργκό πωλητών (η)
🔉
tezgâhtarlık
🔉
εργασία πωλητή πάγκου (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱