Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
toplu
🔉
ομαδικός
🔉
συλλογικός
🔉
συγκεντρωμένος
🔉
toplu çalışım
🔉
συλλογική μετακίνηση (η)
🔉
toplu çalışma
🔉
ομαδική εργασία (η)
🔉
toplu caz
🔉
μπάντα τζαζ (η)
🔉
toplu iğne
🔉
παραμάνα (η)
🔉
καρφίτσα (η)
🔉
toplu konut
🔉
κοινωνική κατοικία (η)
🔉
συγκρότημα κατοικιών (το)
🔉
toplu sözleşme
🔉
συλλογική σύμβαση (η)
🔉
toplu tabanca
🔉
περίστροφο (το)
🔉
toplu tartışma
🔉
συλλογική συζήτηση (η)
🔉
toplu taşıma
🔉
δημόσια συγκοινωνία (η)
🔉
μαζική μεταφορά (η)
🔉
toplu taşımacı
🔉
μεταφορέας δημόσιων συγκοινωνιών (ο)
🔉
μεταφορέας δημόσιων συγκοινωνιών (η)
🔉
toplu taşımacılık
🔉
δημόσιες συγκοινωνίες (οι)
🔉
μαζικές μεταφορές (οι)
🔉
topluca
🔉
συλλογικά
🔉
ομαδικά
🔉
topluluk
🔉
κοινότητα (η)
🔉
ομάδα (η)
🔉
σύνολο (το)
🔉
θίασος (ο)
🔉
topluluk adı
🔉
συλλογικό ουσιαστικό (το)
🔉
topluluk eki
🔉
συλλογικό επίθημα (το)
🔉
topluluk ismi
🔉
συλλογικό ουσιαστικό (το)
🔉
topluluk sayısı
🔉
συλλογικός αριθμός (ο)
🔉
toplum
🔉
κοινωνία (η)
🔉
toplum bilimci
🔉
κοινωνιολόγος (ο)
🔉
κοινωνιολόγος (η)
🔉
toplum bilimi
🔉
κοινωνιολογία (η)
🔉
toplum bilimsel
🔉
κοινωνιολογικός
🔉
κοινωνιολογική
🔉
κοινωνιολογικό
🔉
toplum dışı
🔉
αντικοινωνικός
🔉
αντικοινωνική
🔉
αντικοινωνικό
🔉
toplum dışılama
🔉
κοινωνικός αποκλεισμός (ο)
🔉
toplum dışılamak
🔉
αποκλείω κοινωνικά
🔉
toplum felsefesi
🔉
κοινωνική φιλοσοφία (η)
🔉
toplum polisi
🔉
κοινωνική αστυνομία (η)
🔉
toplum yapısı
🔉
κοινωνική δομή (η)
🔉
toplumcu
🔉
σοσιαλιστής
🔉
σοσιαλίστρια
🔉
toplumcu gerçekçi
🔉
σοσιαλιστικός ρεαλιστής
🔉
σοσιαλιστική ρεαλίστρια
🔉
toplumcu gerçekçilik
🔉
σοσιαλιστικός ρεαλισμός (ο)
🔉
toplumculuk
🔉
σοσιαλισμός (ο)
🔉
toplumdaş
🔉
συμπολίτης (ο)
🔉
συμπολίτισσα (η)
🔉
toplumiçinci
🔉
ενδοκοινωνικός
🔉
ενδοκοινωνική
🔉
ενδοκοινωνικό
🔉
toplumiçincilik
🔉
ενδοκοινωνισμός (ο)
🔉
toplumlar arası
🔉
διακοινωνικός
🔉
διακοινωνική
🔉
διακοινωνικό
🔉
toplumlaşma
🔉
κοινωνικοποίηση (η)
🔉
toplumlaşmak
🔉
κοινωνικοποιούμαι
🔉
toplumlaştırma
🔉
κοινωνικοποίηση (η)
🔉
toplumlaştırmak
🔉
κοινωνικοποιώ
🔉
toplummerkezci
🔉
κοινωνιοκεντρικός
🔉
κοινωνιοκεντρική
🔉
κοινωνιοκεντρικό
🔉
toplummerkezcilik
🔉
κοινωνιοκεντρισμός (ο)
🔉
toplumsal
🔉
κοινωνικός
🔉
κοινωνική
🔉
κοινωνικό
🔉
toplumsal baskı
🔉
κοινωνική πίεση (η)
🔉
toplumsal bilim
🔉
κοινωνική επιστήμη (η)
🔉
toplumsal bilinç
🔉
κοινωνική συνείδηση (η)
🔉
toplumsal bunalım
🔉
κοινωνική κρίση (η)
🔉
toplumsal bütünleşme
🔉
κοινωνική ολοκλήρωση (η)
🔉
toplumsal çözülme
🔉
κοινωνική αποσύνθεση (η)
🔉
toplumsal davranış
🔉
κοινωνική συμπεριφορά (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱