Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
toprak
🔉
έδαφος (το)
🔉
γη (η)
🔉
χώμα (το)
🔉
toprak altı
🔉
υπόγειος
🔉
υπόγεια
🔉
υπόγειο
🔉
toprak bilimci
🔉
εδαφολόγος (ο)
🔉
εδαφολόγος (η)
🔉
toprak bilimi
🔉
εδαφολογία (η)
🔉
toprak bilimsel
🔉
εδαφολογικός
🔉
εδαφολογική
🔉
εδαφολογικό
🔉
toprak boya
🔉
γαιώδης βαφή (η)
🔉
toprak çimento
🔉
εδαφοτσιμέντο (το)
🔉
toprak hukuku
🔉
δίκαιο γης (το)
🔉
αγροτικό δίκαιο (το)
🔉
toprak kayması
🔉
κατολίσθηση (η)
🔉
toprak köleliği
🔉
δουλοπαροικία (η)
🔉
toprak kölesi
🔉
δουλοπάροικος (ο)
🔉
δουλοπάροικος (η)
🔉
toprak rengi
🔉
χρώμα της γης (το)
🔉
γήινο χρώμα (το)
🔉
toprak sıçanı
🔉
αρουραίος της γης (ο)
🔉
toprakbastı
🔉
πατημένο χώμα (το)
🔉
toprakçı
🔉
γαιοκτήμονας (ο)
🔉
γαιοκτήμονας (η)
🔉
toprakçıl
🔉
γαιοκτητικός
🔉
γαιοκτητική
🔉
γαιοκτητικό
🔉
toprakçılık
🔉
γαιοκτησία (η)
🔉
Toprakkale
🔉
Τοπρακκαλέ (το)
🔉
topraklama
🔉
γείωση (η)
🔉
topraklamak
🔉
γειώνω
🔉
topraklandırma
🔉
εδαφοποίηση (η)
🔉
topraklandırmak
🔉
εδαφοποιώ
🔉
topraklaşma
🔉
εδαφοποίηση (η)
🔉
topraklaşmak
🔉
εδαφοποιούμαι
🔉
topraklatma
🔉
γείωση (η)
🔉
topraklatmak
🔉
γειώνω
🔉
topraklı
🔉
γήινος
🔉
γήινη
🔉
γήινο
🔉
εδαφικός
🔉
εδαφική
🔉
εδαφικό
🔉
topraksı
🔉
εδαφώδης
🔉
topraksız
🔉
άκληρος
🔉
άκληρη
🔉
άκληρο
🔉
χωρίς γη
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱