Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
torpil 🔉  

ρουσφέτι (το) 🔉  
εύνοια (η) 🔉  
τορπίλη (η) 🔉  
torpil balığı 🔉  

νάρκη (η) 🔉  
torpilci 🔉  

ρουσφετολόγος (ο) 🔉  
ρουσφετολόγος (η) 🔉  
torpilcilik 🔉  

ρουσφετολογία (η) 🔉  
torpilleme 🔉  

ευνοιοκρατική παρέμβαση (η) 🔉  
torpillemek 🔉  

μεσολαβώ με ρουσφέτι 🔉  
ευνοώ 🔉  
torpillenme 🔉  

ευνοιοκρατική προώθηση (η) 🔉  
torpillenmek 🔉  

προωθούμαι με ρουσφέτι 🔉  
torpilli 🔉  

με ρουσφέτι 🔉  
ευνοημένος 🔉  
ευνοημένη 🔉  
ευνοημένο 🔉  
torpillilik 🔉  

ευνοιοκρατία (η) 🔉  
torpilsiz 🔉  

χωρίς ρουσφέτι 🔉  
torpilsizlik 🔉  

έλλειψη ρουσφετιού (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱