Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
usta 🔉  

μάστορας (ο) 🔉  
τεχνίτης (ο) 🔉  
δεξιοτέχνης (ο) 🔉  
usta işi 🔉  

μαστορική δουλειά (η) 🔉  
έργο (το) δεξιοτεχνίας 🔉  
ustabaşı 🔉  

αρχιτεχνίτης (ο) 🔉  
πρωτομάστορας (ο) 🔉  
ustaca 🔉  

μαστορικά 🔉  
επιδέξια 🔉  
δεξιοτεχνικά 🔉  
ustacasına 🔉  

μαστορικά 🔉  
επιδέξια 🔉  
δεξιοτεχνικά 🔉  
üstadane 🔉  

μαστορικά 🔉  
με δεξιοτεχνία 🔉  
ustalaşma 🔉  

τελειοποίηση (η) 🔉  
απόκτηση δεξιοτεχνίας (η) 🔉  
ustalaşmak 🔉  

τελειοποιούμαι 🔉  
γίνομαι δεξιοτέχνης 🔉  
ustalık 🔉  

μαστοριά (η) 🔉  
δεξιοτεχνία (η) 🔉  
τεχνική (η) 🔉  
ustalıkla 🔉  

με μαστοριά 🔉  
με δεξιοτεχνία 🔉  
ustalıklı 🔉  

μαστορικός 🔉  
επιδέξιος 🔉  
δεξιοτεχνικός 🔉  
üstat 🔉  

δάσκαλος (ο) 🔉  
μετρ (ο) 🔉  
üstatça 🔉  

μαστορικά 🔉  
σαν μετρ 🔉  
üstatlık 🔉  

μαστοριά (η) 🔉  
δεξιοτεχνία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱