Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
vah
🔉
αλίμονο
🔉
vah vah
🔉
αλίμονο
🔉
ωιμέ
🔉
vaha
🔉
όαση (η)
🔉
vahamet
🔉
σοβαρότητα (η)
🔉
κρισιμότητα (η)
🔉
vahametli
🔉
σοβαρός
🔉
κρίσιμος
🔉
vahdaniyet
🔉
ενότητα (η)
🔉
μοναδικότητα (η)
🔉
vahdet
🔉
ενότητα (η)
🔉
vahdetivücut
🔉
ενότητα της ύπαρξης (η)
🔉
vahi
🔉
άγριος
🔉
πρωτόγονος
🔉
vahilik
🔉
αγριότητα (η)
🔉
πρωτογονισμός (ο)
🔉
vahim
🔉
σοβαρός
🔉
κρίσιμος
🔉
δεινός
🔉
vahimleşme
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
κλιμάκωση (η)
🔉
vahimleşmek
🔉
επιδεινώνομαι
🔉
καθίσταμαι σοβαρός
🔉
vahimlik
🔉
σοβαρότητα (η)
🔉
κρισιμότητα (η)
🔉
vahit
🔉
μονάδα (η)
🔉
ένας
🔉
vahiy
🔉
αποκάλυψη (η)
🔉
vahşet
🔉
αγριότητα (η)
🔉
θηριωδία (η)
🔉
vahşi
🔉
άγριος
🔉
θηριώδης
🔉
vahşi hayvan
🔉
άγριο ζώο (το)
🔉
vahşi orman
🔉
παρθένο δάσος (το)
🔉
vahşice
🔉
άγρια
🔉
θηριωδώς
🔉
vahşicesine
🔉
άγρια
🔉
θηριωδώς
🔉
vahşileşme
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
αγρίεμα (το)
🔉
vahşileşmek
🔉
αγριεύω
🔉
εκβαρβαρώνομαι
🔉
vahşileştirme
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
αγρίεμα (το)
🔉
vahşileştirmek
🔉
αγριεύω
🔉
εκβαρβαρώνω
🔉
vahşilik
🔉
αγριότητα (η)
🔉
θηριωδία (η)
🔉
vahşiyane
🔉
άγριος
🔉
θηριώδης
🔉
vahvahlanma
🔉
θρήνος (ο)
🔉
οδυρμός (ο)
🔉
vahvahlanmak
🔉
θρηνώ
🔉
οδύρομαι
🔉
vahyolunma
🔉
αποκάλυψη (η)
🔉
vahyolunmak
🔉
αποκαλύπτομαι
🔉
αποκαλύπτεται
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱