Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
vahşi
🔉
άγριος
🔉
θηριώδης
🔉
vahşi hayvan
🔉
άγριο ζώο (το)
🔉
vahşi orman
🔉
παρθένο δάσος (το)
🔉
vahşice
🔉
άγρια
🔉
θηριωδώς
🔉
vahşicesine
🔉
άγρια
🔉
θηριωδώς
🔉
vahşileşme
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
αγρίεμα (το)
🔉
vahşileşmek
🔉
αγριεύω
🔉
εκβαρβαρώνομαι
🔉
vahşileştirme
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
αγρίεμα (το)
🔉
vahşileştirmek
🔉
αγριεύω
🔉
εκβαρβαρώνω
🔉
vahşilik
🔉
αγριότητα (η)
🔉
θηριωδία (η)
🔉
vahşiyane
🔉
άγριος
🔉
θηριώδης
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱