Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
vasıf
🔉
προσόν (το)
🔉
ιδιότητα (η)
🔉
vasıflandırılma
🔉
ταξινόμηση (η)
🔉
κατηγοριοποίηση (η)
🔉
vasıflandırılmak
🔉
ταξινομούμαι
🔉
κατηγοριοποιούμαι
🔉
vasıflandırma
🔉
ταξινόμηση (η)
🔉
κατηγοριοποίηση (η)
🔉
vasıflandırmak
🔉
ταξινομώ
🔉
κατηγοριοποιώ
🔉
vasıflanma
🔉
απόκτηση προσόντων (η)
🔉
vasıflanmak
🔉
αποκτώ προσόντα
🔉
vasıflı
🔉
ειδικευμένος
🔉
καταρτισμένος
🔉
vasıflı işçi
🔉
ειδικευμένος εργάτης (ο)
🔉
vasıflılık
🔉
ειδίκευση (η)
🔉
κατάρτιση (η)
🔉
vasıfsız
🔉
ανειδίκευτος
🔉
vasıfsız işçi
🔉
ανειδίκευτος εργάτης (ο)
🔉
vasıfsızlık
🔉
ανειδίκευση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱