Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
veri
🔉
δεδομένο (το)
🔉
veri bankası
🔉
τράπεζα δεδομένων (η)
🔉
veri dosyası
🔉
αρχείο δεδομένων (το)
🔉
veri işlem
🔉
επεξεργασία δεδομένων (η)
🔉
veri ortamı
🔉
μέσο δεδομένων (το)
🔉
veri tabanı
🔉
βάση δεδομένων (η)
🔉
veri toplama
🔉
συλλογή δεδομένων (η)
🔉
verici
🔉
πομπός (ο)
🔉
δότης (ο)
🔉
vericilik
🔉
εκπομπή (η)
🔉
δωρεά (η)
🔉
verile emri
🔉
εντολή χορήγησης (η)
🔉
verilebilme
🔉
δυνατότητα χορήγησης (η)
🔉
δυνατότητα παροχής (η)
🔉
verilebilmek
🔉
μπορώ να δοθώ
🔉
μπορώ να χορηγηθώ
🔉
veriliş
🔉
χορήγηση (η)
🔉
παράδοση (η)
🔉
verilme
🔉
χορήγηση (η)
🔉
παράδοση (η)
🔉
verilmek
🔉
δίνομαι
🔉
χορηγούμαι
🔉
παραδίδομαι
🔉
verim
🔉
απόδοση (η)
🔉
παραγωγή (η)
🔉
verimkâr
🔉
αποδοτικός
🔉
παραγωγικός
🔉
verimkârlık
🔉
αποδοτικότητα (η)
🔉
παραγωγικότητα (η)
🔉
verimli
🔉
αποδοτικός
🔉
γόνιμος
🔉
verimlilik
🔉
αποδοτικότητα (η)
🔉
παραγωγικότητα (η)
🔉
verimsiz
🔉
άγονος
🔉
μη αποδοτικός
🔉
verimsizleşme
🔉
υποβάθμιση (η)
🔉
μείωση απόδοσης (η)
🔉
verimsizleşmek
🔉
υποβαθμίζομαι
🔉
χάνω την απόδοσή μου
🔉
verimsizleştirme
🔉
υποβάθμιση (η)
🔉
μείωση απόδοσης (η)
🔉
verimsizleştirmek
🔉
υποβαθμίζω
🔉
μειώνω την απόδοση
🔉
verimsizlik
🔉
ακαρπία (η)
🔉
μη αποδοτικότητα (η)
🔉
verinti
🔉
δόση (η)
🔉
veriş
🔉
δόσιμο (το)
🔉
χορήγηση (η)
🔉
veriştirme
🔉
ανταλλαγή (η)
🔉
veriştirmek
🔉
ανταλλάσσω
🔉
verit
🔉
βερύτης (ο)
🔉
veriverme
🔉
διάρροια (η)
🔉
verivermek
🔉
έχω διάρροια
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱