Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yük
🔉
φορτίο (το)
🔉
βάρος (το)
🔉
φορτίο ζώου (το)
🔉
(μτφ.) επιβάρυνση (η)
🔉
yük arabası
🔉
κάρο (το)
🔉
άμαξα φορτίου (η)
🔉
yük asansörü
🔉
ανελκυστήρας φορτίων (ο)
🔉
yük gemisi
🔉
φορτηγό πλοίο (το)
🔉
yük hayvanı
🔉
υποζύγιο (το)
🔉
ζώο φόρτου (το)
🔉
yük katarı
🔉
συρμός εμπορευμάτων (ο)
🔉
yük odası
🔉
αποθήκη (η)
🔉
χώρος αποσκευών (ο)
🔉
yük treni
🔉
εμπορική αμαξοστοιχία (η)
🔉
φορτηγό τρένο (το)
🔉
yük vagonu
🔉
εμπορικό βαγόνι (το)
🔉
βαγόνι φορτίου (το)
🔉
yuka
🔉
γιούκα (η)
🔉
yukaç
🔉
γιούκα (η)
🔉
yukarı
🔉
πάνω
🔉
ανωτέρω
🔉
yukarı mahalle
🔉
άνω συνοικία (η)
🔉
yukarıdan
🔉
από πάνω
🔉
άνωθεν
🔉
yükçeker
🔉
ρυμουλκό (το)
🔉
yükçü
🔉
φορτωτής (ο)
🔉
αχθοφόρος (ο)
🔉
yükçülük
🔉
αχθοφορία (η)
🔉
επάγγελμα αχθοφόρου (το)
🔉
yüklem
🔉
κατηγόρημα (το)
🔉
yüklem birliği
🔉
ενότητα κατηγορήματος (η)
🔉
yüklem grubu
🔉
κατηγορηματική ομάδα (η)
🔉
yüklem öbeği
🔉
κατηγορηματική φράση (η)
🔉
yükleme
🔉
φόρτωση (η)
🔉
(γλωσσ.) αιτιατική (η)
🔉
yükleme boşaltma
🔉
φόρτωση και εκφόρτωση (η)
🔉
yükleme durumu
🔉
αιτιατική πτώση (η)
🔉
yükleme hâli
🔉
αιτιατική (η)
🔉
yüklemek
🔉
φορτώνω
🔉
επιφορτίζω
🔉
(πληρ.) ανεβάζω (δεδομένα)
🔉
yüklenebilme
🔉
δυνατότητα φόρτωσης (η)
🔉
δυνατότητα επιφόρτισης (η)
🔉
yüklenebilmek
🔉
μπορώ να φορτωθώ
🔉
μπορώ να επιφορτιστώ
🔉
yüklenici
🔉
ανάδοχος (ο)
🔉
εργολάβος (ο)
🔉
yüklenicilik
🔉
εργολαβία (η)
🔉
αναδοχή (η)
🔉
yüklenilme
🔉
ανάληψη (η)
🔉
επιφόρτιση (η)
🔉
yüklenilmek
🔉
αναλαμβάνομαι
🔉
επιφορτίζομαι
🔉
yükleniş
🔉
φόρτωση (η)
🔉
ανάληψη (η)
🔉
yüklenme
🔉
φόρτωση (η)
🔉
ανάληψη (η)
🔉
yüklenmek
🔉
φορτώνομαι
🔉
αναλαμβάνω
🔉
επιφορτίζομαι
🔉
yüklenti
🔉
πρόσθετο φορτίο (το)
🔉
επιβάρυνση (η)
🔉
yükler
🔉
φορτία (τα)
🔉
yükletebilme
🔉
δυνατότητα να αναθέσω φόρτωση (η)
🔉
yükletebilmek
🔉
μπορώ να βάλω να φορτώσουν
🔉
yükletilme
🔉
ανάθεση φόρτωσης (η)
🔉
yükletilmek
🔉
ανατίθεται η φόρτωση
🔉
yükletme
🔉
ανάθεση φόρτωσης (η)
🔉
yükletmek
🔉
βάζω να φορτώσουν
🔉
αναθέτω φόρτωση
🔉
yüklettirme
🔉
υπερανάθεση φόρτωσης (η)
🔉
yüklettirmek
🔉
βάζω να βάλουν να φορτώσουν
🔉
yükleyebilme
🔉
δυνατότητα φόρτωσης (η)
🔉
yükleyebilmek
🔉
μπορώ να φορτώσω
🔉
μπορώ να ανεβάσω (δεδομένα)
🔉
yükleyici
🔉
φορτωτής (ο)
🔉
(πληρ.) φορτωτής/loader (ο)
🔉
yükleyiş
🔉
φόρτωση (η)
🔉
yüklü
🔉
φορτωμένος
🔉
έγκυος
🔉
(ηλεκτρ.) φορτισμένος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱