Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yüksek 🔉  

υψηλός 🔉  
ανώτερος 🔉  
μεγάλος (τιμή/ποσό) 🔉  
yüksek atlama 🔉  

άλμα εις ύψος (το) 🔉  
yüksek basınç 🔉  

υψηλή πίεση (η) 🔉  
yüksek fiyat 🔉  

υψηλή τιμή (η) 🔉  
yüksek fırın 🔉  

υψικάμινος (η) 🔉  
yüksek gerilim 🔉  

υψηλή τάση (η) 🔉  
yüksek kan basıncı 🔉  

υπέρταση (η) 🔉  
υψηλή αρτηριακή πίεση (η) 🔉  
yüksek lisans 🔉  

μεταπτυχιακό (το) 🔉  
yüksek ses 🔉  

δυνατός ήχος (ο) 🔉  
υψηλή ένταση (η) 🔉  
yüksek sosyete 🔉  

υψηλή κοινωνία (η) 🔉  
yüksek tabaka 🔉  

ανώτερη τάξη (η) 🔉  
ανώτερο στρώμα (το) 🔉  
yüksek tahsil 🔉  

ανώτατες σπουδές (οι) 🔉  
yüksek teknoloji 🔉  

υψηλή τεχνολογία (η) 🔉  
yüksek yaylak 🔉  

ορεινό θερινό βοσκοτόπι (το) 🔉  
yükseklik 🔉  

ύψος (το) 🔉  
υψόμετρο (το) 🔉  
yükseklik korkusu 🔉  

υψοφοβία (η) 🔉  
yükseklikölçer 🔉  

υψόμετρο (το) 🔉  
αλτίμετρο (το) 🔉  
yükseköğrenim 🔉  

ανώτατες σπουδές (οι) 🔉  
yükseköğretim 🔉  

ανώτατη εκπαίδευση (η) 🔉  
yüksekokul 🔉  

ανώτατη σχολή (η) 🔉  
ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα (το) 🔉  
Yüksekova 🔉  

Γιουκσέκοβα (τοπων.) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱