Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yürek
🔉
καρδιά (η)
🔉
θάρρος (το)
🔉
ψυχή (η)
🔉
yürek acısı
🔉
πόνος της καρδιάς (ο)
🔉
καημός (ο)
🔉
yürek ağrısı
🔉
καρδιαλγία (η)
🔉
πόνος της καρδιάς (ο)
🔉
yürek çarpıntısı
🔉
αίσθημα παλμών (το)
🔉
ταχυκαρδία (η)
🔉
yürek darlığı
🔉
δύσπνοια (η)
🔉
στενοκαρδία (η)
🔉
yürek karası
🔉
μαύρη θλίψη (η)
🔉
βαθύς καημός (ο)
🔉
yürek yarası
🔉
πληγή της καρδιάς (η)
🔉
ψυχικό τραύμα (το)
🔉
yüreklendirme
🔉
ενθάρρυνση (η)
🔉
εμψύχωση (η)
🔉
yüreklendirmek
🔉
ενθαρρύνω
🔉
εμψυχώνω
🔉
yüreklenme
🔉
θάρρεμα (το)
🔉
εμψύχωση (η)
🔉
yüreklenmek
🔉
θαρρεύω
🔉
παίρνω θάρρος
🔉
εμψυχώνομαι
🔉
yürekler acısı
🔉
σπαρακτικός
🔉
αξιοθρήνητος
🔉
yürekli
🔉
θαρραλέος
🔉
γενναίος
🔉
εύψυχος
🔉
yüreklilik
🔉
θάρρος (το)
🔉
γενναιότητα (η)
🔉
ευψυχία (η)
🔉
yüreksi
🔉
καρδιόσχημος
🔉
σε σχήμα καρδιάς
🔉
yüreksiz
🔉
άκαρδος
🔉
δειλός
🔉
yüreksizce
🔉
άκαρδα
🔉
δειλά
🔉
yüreksizlik
🔉
αναλγησία (η)
🔉
δειλία (η)
🔉
yürekten
🔉
εγκάρδια
🔉
από καρδιάς
🔉
ειλικρινά
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱