Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yağlı 🔉  

λιπαρός 🔉  
λαδωμένος 🔉  
yağlı ballı 🔉  

με λάδι και μέλι 🔉  
yağlı bitki 🔉  

ελαιούχο φυτό (το) 🔉  
yağlı boya 🔉  

ελαιογραφία (η) 🔉  
λαδομπογιά (η) 🔉  
yağlı boyacı 🔉  

ελαιοχρωματιστής (ο) 🔉  
yağlı güreş 🔉  

πάλη με λάδι (η) 🔉  
yağlı güreşçi 🔉  

παλαιστής λαδωτής (ο) 🔉  
yağlı harç 🔉  

λιπαρό κονίαμα (το) 🔉  
yağlı ip 🔉  

λαδωμένο νήμα (το) 🔉  
yağlı kâğıt 🔉  

λαδόχαρτο (το) 🔉  
yağlı kapı 🔉  

λαδωμένη πόρτα (η) 🔉  
yağlı kara 🔉  

μαύρο λιπαρό (το) 🔉  
yağlı kömür 🔉  

λιθάνθρακας (ο) 🔉  
yağlı kuyruk 🔉  

λιπαρή ουρά (η) 🔉  
ουρά λίπους (η) 🔉  
yağlı müşteri 🔉  

πελάτης με χρήμα (ο) 🔉  
καλός πελάτης (ο) 🔉  
yağlı toprak 🔉  

λιπαρό έδαφος (το) 🔉  
αργιλώδες έδαφος (το) 🔉  
Yağlıdere 🔉  

Γιαγλιντερέ (το) 🔉  
yağlık 🔉  

μαντίλι (το) 🔉  
πετσέτα (η) 🔉  
λαδικό (το) 🔉  
yağlıkçı 🔉  

πωλητής μαντιλιών (ο) 🔉  
yağlılık 🔉  

λιπαρότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱