Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yaşam 🔉  

ζωή (η) 🔉  
βίος (ο) 🔉  
yaşam biçimi 🔉  

τρόπος ζωής (ο) 🔉  
yaşam bilimleri 🔉  

βιοεπιστήμες (οι) 🔉  
επιστήμες της ζωής (οι) 🔉  
yaşam boyu 🔉  

διά βίου 🔉  
yaşam boyunca 🔉  

καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής 🔉  
διά βίου 🔉  
yaşam dolu 🔉  

γεμάτος ζωή 🔉  
ζωηρός 🔉  
yaşam düzeyi 🔉  

βιοτικό επίπεδο (το) 🔉  
yaşam felsefesi 🔉  

φιλοσοφία ζωής (η) 🔉  
yaşam güvencesi 🔉  

εξασφάλιση ζωής (η) 🔉  
βιοτική ασφάλεια (η) 🔉  
yaşam kavgası 🔉  

βιοπάλη (η) 🔉  
αγώνας της ζωής (ο) 🔉  
yaşam koçluğu 🔉  

coaching ζωής (το) 🔉  
καθοδήγηση ζωής (η) 🔉  
yaşam koçu 🔉  

coach ζωής (ο) 🔉  
σύμβουλος ζωής (ο) 🔉  
yaşam koşulları 🔉  

συνθήκες ζωής (οι) 🔉  
yaşam öyküsel 🔉  

βιογραφικός 🔉  
αφηγηματικός 🔉  
yaşam öyküsü 🔉  

βιογραφία (η) 🔉  
ιστορία ζωής (η) 🔉  
yaşam savaşı 🔉  

αγώνας επιβίωσης (ο) 🔉  
βιοπάλη (η) 🔉  
yaşam sigortası 🔉  

ασφάλεια ζωής (η) 🔉  
yaşam standardı 🔉  

βιοτικό επίπεδο (το) 🔉  
πρότυπο διαβίωσης (το) 🔉  
yaşama 🔉  

διαβίωση (η) 🔉  
βίωση (η) 🔉  
yasama 🔉  

νομοθεσία (η) 🔉  
νομοθετική λειτουργία (η) 🔉  
yaşama çabası 🔉  

αγώνας για επιβίωση (ο) 🔉  
προσπάθεια διαβίωσης (η) 🔉  
yasama dokunulmazlığı 🔉  

βουλευτική ασυλία (η) 🔉  
κοινοβουλευτική ασυλία (η) 🔉  
yasama dönemi 🔉  

νομοθετική περίοδος (η) 🔉  
κοινοβουλευτική περίοδος (η) 🔉  
yaşama gücü 🔉  

ζωτική δύναμη (η) 🔉  
αντοχή (η) 🔉  
yasama gücü 🔉  

νομοθετική εξουσία (η) 🔉  
yasama hakkı 🔉  

νομοθετικό δικαίωμα (το) 🔉  
yasama kurulu 🔉  

νομοθετικό σώμα (το) 🔉  
νομοθετικό όργανο (το) 🔉  
yasama kuvveti 🔉  

νομοθετική εξουσία (η) 🔉  
yasama meclisi 🔉  

νομοθετική συνέλευση (η) 🔉  
βουλή (η) 🔉  
yasama organı 🔉  

νομοθετικό όργανο (το) 🔉  
yaşama sevinci 🔉  

χαρά της ζωής (η) 🔉  
yaşama uğraşısı 🔉  

βιοπάλη (η) 🔉  
αγώνας της ζωής (ο) 🔉  
yasama yetkisi 🔉  

νομοθετική αρμοδιότητα (η) 🔉  
νομοθετική εξουσία (η) 🔉  
yasama yılı 🔉  

νομοθετικό έτος (το) 🔉  
yaşamaca 🔉  

βιογραφικός 🔉  
βιωματικός 🔉  
yaşamak 🔉  

ζω 🔉  
διαβιώ 🔉  
κατοικώ 🔉  
yasamak 🔉  

ζω 🔉  
διαβιώ 🔉  
yasamalı 🔉  

νομοθετικός 🔉  
yaşamsal 🔉  

ζωτικός 🔉  
βιοτικός 🔉  
yaşamüstü 🔉  

υπερφυσικός 🔉  
μεταφυσικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱