Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yakın
🔉
κοντινός
🔉
πλησίον
🔉
οικείος
🔉
yakın akraba
🔉
στενός συγγενής (ο)
🔉
yakın anlamlı
🔉
συνώνυμος
🔉
yakın anlamlılık
🔉
συνωνυμία (η)
🔉
yakın benzeşme
🔉
προσέγγιση (η)
🔉
στενή ομοιότητα (η)
🔉
yakın benzeşmezlik
🔉
μη προσέγγιση (η)
🔉
έλλειψη στενής ομοιότητας (η)
🔉
Yakın Çağ
🔉
Νεότεροι Χρόνοι (οι)
🔉
Yakın Doğu
🔉
Εγγύς Ανατολή (η)
🔉
yakın dost
🔉
στενός φίλος (ο)
🔉
yakın göçüşme
🔉
στενή αντιμετάθεση (η)
🔉
yakın koruma
🔉
στενή φρουρά (η)
🔉
προσωπική ασφάλεια (η)
🔉
Yakın Şark
🔉
Εγγύς Ανατολή (η)
🔉
yakın sesli
🔉
παρήχο (το)
🔉
ομόηχο (το)
🔉
yakın takip
🔉
στενή παρακολούθηση (η)
🔉
yakınabilme
🔉
δυνατότητα παραπόνου (η)
🔉
δυνατότητα να παραπονεθεί (η)
🔉
yakınabilmek
🔉
μπορώ να παραπονεθώ
🔉
yakında
🔉
σύντομα
🔉
σε λίγο
🔉
κοντά
🔉
yakından
🔉
από κοντά
🔉
εκ του σύνεγγυς
🔉
yakınış
🔉
παράπονο (το)
🔉
γκρίνια (η)
🔉
yakınlarda
🔉
κοντά
🔉
στα πέριξ
🔉
yakınlaşabilme
🔉
δυνατότητα προσέγγισης (η)
🔉
yakınlaşabilmek
🔉
μπορώ να πλησιάσω
🔉
μπορώ να προσεγγίσω
🔉
yakınlaşma
🔉
προσέγγιση (η)
🔉
yakınlaşmak
🔉
πλησιάζω
🔉
προσεγγίζω
🔉
yakınlaştırabilme
🔉
δυνατότητα προσέγγισης (η)
🔉
δυνατότητα να φέρει πιο κοντά (η)
🔉
yakınlaştırabilmek
🔉
μπορώ να φέρω πιο κοντά
🔉
μπορώ να προσεγγίσω
🔉
yakınlaştırma
🔉
προσέγγιση (η)
🔉
σύγκλιση (η)
🔉
yakınlaştırmak
🔉
φέρνω πιο κοντά
🔉
προσεγγίζω
🔉
yakınlık
🔉
εγγύτητα (η)
🔉
οικειότητα (η)
🔉
συγγένεια (η)
🔉
yakınlık derecesi
🔉
βαθμός συγγένειας (ο)
🔉
βαθμός εγγύτητας (ο)
🔉
yakınlık eylemi
🔉
πράξη προσέγγισης (η)
🔉
yakınlık fiili
🔉
ρήμα προσέγγισης (το)
🔉
yakınma
🔉
παράπονο (το)
🔉
γκρίνια (η)
🔉
yakınma kutusu
🔉
κουτί παραπόνων (το)
🔉
yakınmak
🔉
παραπονιέμαι
🔉
γκρινιάζω
🔉
yakınmasız
🔉
χωρίς παράπονα
🔉
yakınsak
🔉
συγκλίνων
🔉
yakınsaklık
🔉
σύγκλιση (η)
🔉
yakınsama
🔉
σύγκλιση (η)
🔉
yakınsamak
🔉
συγκλίνω
🔉
yakıntı
🔉
παράπονο (το)
🔉
γκρίνια (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱