Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yan 🔉  

πλευρά (η) 🔉  
πλάι (το) 🔉  
yan atışı 🔉  

πλάγια βολή (η) 🔉  
yan bakış 🔉  

πλάγια ματιά (η) 🔉  
yan çizgisi 🔉  

πλευρική γραμμή (η) 🔉  
yan cümle 🔉  

δευτερεύουσα πρόταση (η) 🔉  
yan dal 🔉  

παρακλάδι (το) 🔉  
δευτερεύων κλάδος (ο) 🔉  
yan etki 🔉  

παρενέργεια (η) 🔉  
yan flüt 🔉  

φλάουτο (το) 🔉  
yan hakem 🔉  

επόπτης (ο) 🔉  
βοηθός διαιτητή (ο) 🔉  
yan kabağı 🔉  

κολοκύθα (η) 🔉  
yan kâğıdı 🔉  

πρόχειρο χαρτί (το) 🔉  
σημείωμα (το) 🔉  
yan ödeme 🔉  

πρόσθετη πληρωμή (η) 🔉  
yan sanayi 🔉  

δορυφορική βιομηχανία (η) 🔉  
υποστηρικτική βιομηχανία (η) 🔉  
yan tesir 🔉  

παρενέργεια (η) 🔉  
yan tümce 🔉  

δευτερεύουσα πρόταση (η) 🔉  
yan ürün 🔉  

παραπροϊόν (το) 🔉  
yan yan 🔉  

πλάι πλάι 🔉  
yan yana 🔉  

δίπλα δίπλα 🔉  
yan yargıcı 🔉  

βοηθός δικαστή (ο) 🔉  
yan yol 🔉  

παράδρομος (ο) 🔉  
δευτερεύων δρόμος (ο) 🔉  
yan yüzergiller 🔉  

πλευρονήκτιδες (οι) 🔉  
yana yakıla 🔉  

με αγωνία 🔉  
με λαχτάρα 🔉  
yana yana 🔉  

καίγοντας 🔉  
καίγοντας-καίγοντας 🔉  
yanabilme 🔉  

δυνατότητα καύσης (η) 🔉  
yanabilmek 🔉  

μπορώ να καώ 🔉  
μπορώ να καίγομαι 🔉  
yanak 🔉  

μάγουλο (το) 🔉  
yanak yanağa 🔉  

μάγουλο με μάγουλο 🔉  
yanaklı 🔉  

με μάγουλα 🔉  
παρειώδης 🔉  
yanal 🔉  

πλευρικός 🔉  
yanal yüzey 🔉  

πλευρική επιφάνεια (η) 🔉  
yanarca 🔉  

καυστικός 🔉  
φλογερός 🔉  
yanardağ 🔉  

ηφαίστειο (το) 🔉  
yanardağ ağzı 🔉  

κρατήρας (ο) 🔉  
yanardağ bilimci 🔉  

ηφαιστειολόγος (ο) 🔉  
yanardağ bilimi 🔉  

ηφαιστειολογία (η) 🔉  
yanardağ bölgesi 🔉  

ηφαιστειακή περιοχή (η) 🔉  
yanardağ patlaması 🔉  

ηφαιστειακή έκρηξη (η) 🔉  
yanardağ püskürmesi 🔉  

ηφαιστειακή εκτόξευση (η) 🔉  
ηφαιστειακή έκρηξη (η) 🔉  
yanardöner 🔉  

περιστρεφόμενη σούβλα (η) 🔉  
γύρος (ο) 🔉  
yanardönerlik 🔉  

ψητοπωλείο (το) 🔉  
γυράδικο (το) 🔉  
yanaşabilme 🔉  

δυνατότητα προσέγγισης (η) 🔉  
yanaşabilmek 🔉  

μπορώ να πλησιάσω 🔉  
μπορώ να προσεγγίσω 🔉  
yanaşık 🔉  

παρατεταγμένος 🔉  
εφαπτόμενος 🔉  
κολλητός 🔉  
yanaşık düzen 🔉  

κλειστή παράταξη (η) 🔉  
yanaşık nizam 🔉  

κλειστή παράταξη (η) 🔉  
yanaşıklık 🔉  

εφαπτόμενη διάταξη (η) 🔉  
συνάφεια (η) 🔉  
yanaşılma 🔉  

προσέγγιση (η) 🔉  
yanaşılmak 🔉  

προσεγγίζομαι 🔉  
yanaşlık 🔉  

γειτνίαση (η) 🔉  
προσέγγιση (η) 🔉  
yanaşma 🔉  

προσέγγιση (η) 🔉  
προσκόλληση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱