Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yapısal 🔉  

δομικός 🔉  
διαρθρωτικός 🔉  
yapısal dil bilimi 🔉  

δομική γλωσσολογία (η) 🔉  
yapısalcı 🔉  

δομιστής (ο) 🔉  
yapısalcılık 🔉  

δομισμός (ο) 🔉  
yapısallaşma 🔉  

δομικοποίηση (η) 🔉  
διαρθρωτική συγκρότηση (η) 🔉  
yapısallaşmak 🔉  

δομικοποιούμαι 🔉  
αποκτώ δομή 🔉  
yapısallık 🔉  

δομικότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱