Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yarış 🔉  

αγώνας (ο) 🔉  
κούρσα (η) 🔉  
διαγωνισμός (ο) 🔉  
yarış arabası 🔉  

αγωνιστικό αυτοκίνητο (το) 🔉  
yarış atı 🔉  

άλογο κούρσας (το) 🔉  
ιπποδρομιακό άλογο (το) 🔉  
yarış kayığı 🔉  

αγωνιστική λέμβος (η) 🔉  
αγωνιστικό σκάφος (το) 🔉  
yarış otomobili 🔉  

αγωνιστικό αυτοκίνητο (το) 🔉  
yarış tabancası 🔉  

αγωνιστικό πιστόλι (το) 🔉  
yarışabilme 🔉  

δυνατότητα αγωνίζεσθαι (η) 🔉  
δυνατότητα συναγωνίζεσθαι (η) 🔉  
yarışabilmek 🔉  

δύναμαι να αγωνιστώ 🔉  
δύναμαι να συναγωνιστώ 🔉  
yarışçı 🔉  

αγωνιζόμενος (ο) 🔉  
αγωνιζόμενη (η) 🔉  
δρομέας (ο) 🔉  
yarışçılık 🔉  

αγωνισμός (ο) 🔉  
αγωνιστική δραστηριότητα (η) 🔉  
yarışım 🔉  

συναγωνισμός (ο) 🔉  
ανταγωνισμός (ο) 🔉  
yarışımcı 🔉  

ανταγωνιστής (ο) 🔉  
ανταγωνίστρια (η) 🔉  
yarışlık 🔉  

αγωνιστικός 🔉  
κατάλληλος για αγώνα 🔉  
yarışma 🔉  

διαγωνισμός (ο) 🔉  
αγώνας (ο) 🔉  
αναμέτρηση (η) 🔉  
yarışmacı 🔉  

διαγωνιζόμενος (ο) 🔉  
διαγωνιζόμενη (η) 🔉  
yarışmacılık 🔉  

διαγωνιζόμενη ιδιότητα (η) 🔉  
ανταγωνιστική στάση (η) 🔉  
yarışmak 🔉  

αγωνίζομαι 🔉  
συναγωνίζομαι 🔉  
ανταγωνίζομαι 🔉  
yarıştırabilme 🔉  

δυνατότητα να βάλω σε αγώνα (η) 🔉  
δυνατότητα να προκαλέσω συναγωνισμό (η) 🔉  
yarıştırabilmek 🔉  

δύναμαι να βάλω σε αγώνα 🔉  
δύναμαι να προκαλέσω συναγωνισμό 🔉  
yarıştırma 🔉  

αγωνοθέτηση (η) 🔉  
πρόκληση συναγωνισμού (η) 🔉  
yarıştırmak 🔉  

βάζω σε αγώνα 🔉  
κάνω να συναγωνιστούν 🔉  
αντιπαραβάλλω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱