Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yardımcı 🔉  

βοηθός (ο) 🔉  
επικουρικός 🔉  
βοηθητικός 🔉  
yardımcı ders 🔉  

επικουρικό μάθημα (το) 🔉  
yardımcı doçent 🔉  

επίκουρος καθηγητής (ο) 🔉  
yardımcı doçentlik 🔉  

θέση επίκουρου καθηγητή (η) 🔉  
yardımcı eylem 🔉  

βοηθητικό ρήμα (το) 🔉  
yardımcı fiil 🔉  

βοηθητικό ρήμα (το) 🔉  
yardımcı hakem 🔉  

βοηθός διαιτητή (ο) 🔉  
yardımcı hakemlik 🔉  

καθήκον βοηθού διαιτητή (το) 🔉  
yardımcı hücre 🔉  

βοηθητικό κύτταρο (το) 🔉  
yardımcı kitap 🔉  

βοηθητικό βιβλίο (το) 🔉  
yardımcı madde 🔉  

βοηθητική ουσία (η) 🔉  
πρόσθετο (το) 🔉  
yardımcı oyuncu 🔉  

δευτεραγωνιστής (ο) 🔉  
ηθοποιός β΄ ρόλου (ο) 🔉  
yardımcı oyunculuk 🔉  

δευτεραγωνιστικός ρόλος (ο) 🔉  
yardımcı yargıcı 🔉  

πάρεδρος δικαστής (ο) 🔉  
yardımcı yargıcılık 🔉  

παρεδρία δικαστή (η) 🔉  
yardımcılık 🔉  

βοηθητική ιδιότητα (η) 🔉  
επικουρία (η) 🔉  
yardımcısız 🔉  

χωρίς βοηθό 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱