Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yaşlı 🔉  

ηλικιωμένος 🔉  
γέρος 🔉  
yaslı 🔉  

πενθών 🔉  
πενθιμός 🔉  
yaşlı başlı 🔉  

σεβάσμιος 🔉  
ώριμος 🔉  
yaşlıca 🔉  

ηλικιωμένος 🔉  
κάπως γέρος 🔉  
yaşlıca başlıca 🔉  

σεβάσμιος 🔉  
αξιοσέβαστος 🔉  
yaşlık 🔉  

ηλικία (η) 🔉  
yaşlılar yurdu 🔉  

γηροκομείο (το) 🔉  
yaşlılık 🔉  

γηρατειά (τα) 🔉  
γήρας (το) 🔉  
yaslılık 🔉  

πένθος (το) 🔉  
πενθιμότητα (η) 🔉  
yaşlılık bilimi 🔉  

γεροντολογία (η) 🔉  
yaşlılık sigortası 🔉  

ασφάλιση γήρατος (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱