Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yassı
🔉
πεπλατυσμένος
🔉
επίπεδος
🔉
yassı balıklar
🔉
πλατύψαρα (τα)
🔉
yassı kadayıf
🔉
επίπεδος κανταΐφις (ο)
🔉
yassı solucanlar
🔉
πλατυέλμινθες (οι)
🔉
yassı solungaçlılar
🔉
πλατυβράγχια (τα)
🔉
yassıca
🔉
κάπως επίπεδος
🔉
ελαφρώς πεπλατυσμένος
🔉
yassılama
🔉
επιπέδωση (η)
🔉
πεπλάτυνση (η)
🔉
yassılamak
🔉
επιπεδώνω
🔉
πεπλατύνω
🔉
yassılanma
🔉
επιπέδωση (η)
🔉
πεπλάτυνση (η)
🔉
yassılanmak
🔉
επιπεδώνομαι
🔉
πεπλατύνομαι
🔉
yassılaşma
🔉
επιπέδωση (η)
🔉
πεπλάτυνση (η)
🔉
yassılaşmak
🔉
επιπεδώνομαι
🔉
πεπλατύνομαι
🔉
yassılaştırma
🔉
επιπέδωση (η)
🔉
πεπλάτυνση (η)
🔉
yassılaştırmak
🔉
επιπεδώνω
🔉
πεπλατύνω
🔉
yassılatma
🔉
επιπέδωση (η)
🔉
πεπλάτυνση (η)
🔉
yassılatmak
🔉
κάνω να επιπεδωθεί
🔉
κάνω να πεπλατυνθεί
🔉
yassılık
🔉
επιπεδότητα (η)
🔉
πεπλατυσμός (ο)
🔉
yassılma
🔉
επιπέδωση (η)
🔉
πεπλάτυνση (η)
🔉
yassılmak
🔉
επιπεδώνομαι
🔉
πεπλατύνομαι
🔉
yassıltma
🔉
επιπέδωση (η)
🔉
πεπλάτυνση (η)
🔉
yassıltmak
🔉
επιπεδώνω
🔉
πεπλατύνω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱