Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yedek 🔉  

εφεδρικός 🔉  
ανταλλακτικός 🔉  
εφεδρεία (η) 🔉  
yedek akçe 🔉  

εφεδρικό νόμισμα (το) 🔉  
αποθεματικό (το) 🔉  
yedek asker 🔉  

έφεδρος στρατιώτης (ο) 🔉  
yedek besinler 🔉  

εφεδρικές τροφές (οι) 🔉  
αποθέματα τροφίμων (τα) 🔉  
yedek lastik 🔉  

ρεζέρβα (η) 🔉  
εφεδρικό ελαστικό (το) 🔉  
yedek oyuncu 🔉  

αναπληρωματικός παίκτης (ο) 🔉  
yedek oyunculuk 🔉  

ρόλος αναπληρωματικού (ο) 🔉  
yedek parça 🔉  

ανταλλακτικό (το) 🔉  
yedek parçacı 🔉  

ανταλλακτικατζής (ο) 🔉  
έμπορος ανταλλακτικών (ο) 🔉  
yedek parçacılık 🔉  

εμπόριο ανταλλακτικών (το) 🔉  
yedek subay 🔉  

έφεδρος αξιωματικός (ο) 🔉  
yedek subaylık 🔉  

ιδιότητα εφέδρου αξιωματικού (η) 🔉  
yedek teker 🔉  

ρεζέρβα (η) 🔉  
εφεδρικός τροχός (ο) 🔉  
yedekçi 🔉  

εφεδρικός (ο) 🔉  
αναπληρωματικός (ο) 🔉  
yedekçilik 🔉  

εφεδρεία (η) 🔉  
αναπλήρωση (η) 🔉  
yedekleme 🔉  

δημιουργία αντιγράφου ασφαλείας (η) 🔉  
εφεδρεία (η) 🔉  
yedeklemek 🔉  

δημιουργώ αντίγραφο ασφαλείας 🔉  
εφεδρεύω 🔉  
yedekleşme 🔉  

μετατροπή σε εφεδρεία (η) 🔉  
yedekleşmek 🔉  

καθίσταμαι εφεδρικός 🔉  
τίθεμαι σε εφεδρεία 🔉  
yedekli 🔉  

με εφεδρεία 🔉  
με αντίγραφο ασφαλείας 🔉  
yedeklik 🔉  

εφεδρεία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱