Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yeme
🔉
φαγητό (το)
🔉
βρώση (η)
🔉
yeme içme
🔉
φαγοπότι (το)
🔉
φαγητό και ποτό (το)
🔉
yemek
🔉
φαγητό (το)
🔉
γεύμα (το)
🔉
yemek
🔉
τρώω
🔉
yemek borusu
🔉
οισοφάγος (ο)
🔉
yemek dolabı
🔉
ντουλάπι τροφίμων (το)
🔉
ντουλάπα κουζίνας (η)
🔉
yemek duası
🔉
προσευχή πριν από το φαγητό (η)
🔉
yemek hizmeti
🔉
υπηρεσία σίτισης (η)
🔉
yemek listesi
🔉
κατάλογος φαγητών (ο)
🔉
μενού (το)
🔉
yemek masası
🔉
τραπέζι φαγητού (το)
🔉
τραπεζαρία (το)
🔉
yemek odası
🔉
τραπεζαρία (η)
🔉
yemek salonu
🔉
αίθουσα εστίασης (η)
🔉
τραπεζαρία (η)
🔉
yemek tablası
🔉
δίσκος φαγητού (ο)
🔉
δίσκος (ο)
🔉
yemek takımı
🔉
σερβίτσιο (το)
🔉
σετ σκευών φαγητού (το)
🔉
yemekaltı
🔉
επιδόρπιο (το)
🔉
yemekçi
🔉
μάγειρας (ο)
🔉
μαγείρισσα (η)
🔉
εστιάτορας (ο)
🔉
yemekçilik
🔉
μαγειρική (η)
🔉
εστίαση (η)
🔉
yemekhane
🔉
εστιατόριο (το)
🔉
τραπεζαρία (η)
🔉
yemekli
🔉
με φαγητό
🔉
με γεύμα
🔉
yemekli vagon
🔉
βαγόνι-εστιατόριο (το)
🔉
εστιατορικό βαγόνι (το)
🔉
yemeklik
🔉
για φαγητό
🔉
βρώσιμος
🔉
yemeksiz
🔉
νηστικός
🔉
χωρίς φαγητό
🔉
yemeksizlik
🔉
έλλειψη τροφής (η)
🔉
ασιτία (η)
🔉
yemeni
🔉
μαντίλι (το)
🔉
κεφαλομάντιλο (το)
🔉
yemenici
🔉
μαντιλάς (ο)
🔉
κατασκευαστής μαντιλιών (ο)
🔉
yemenicilik
🔉
μαντιλοποιία (η)
🔉
επάγγελμα μαντιλά (το)
🔉
yemenili
🔉
με μαντίλι
🔉
που φορά μαντίλι
🔉
Yemenli
🔉
Υεμενίτης (ο)
🔉
Υεμενίτισσα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱