Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yeni
🔉
νέος
🔉
καινούριος
🔉
yeni ay
🔉
νέα σελήνη (η)
🔉
νουμηνία (η)
🔉
yeni baştan
🔉
από την αρχή
🔉
εξ αρχής
🔉
Yeni Çağ
🔉
Νεότεροι Χρόνοι (οι)
🔉
yeni dalga
🔉
νέο κύμα (το)
🔉
Yeni Dünya
🔉
Νέος Κόσμος (ο)
🔉
Yeni Dünya aslanı
🔉
πούμα (το)
🔉
κούγκαρ (το)
🔉
yeni Eflatuncu
🔉
νεοπλατωνικός
🔉
yeni Eflatunculuk
🔉
νεοπλατωνισμός (ο)
🔉
yeni eleştirici
🔉
νεοκριτικός (ο)
🔉
yeni eleştiricilik
🔉
νεοκριτική (η)
🔉
yeni gerçekçi
🔉
νεορεαλιστής (ο)
🔉
yeni gerçekçilik
🔉
νεορεαλισμός (ο)
🔉
yeni gümüş
🔉
νικέλιο (το)
🔉
γερμανικό ασήμι (το)
🔉
yeni izlenimci
🔉
νεοϊμπρεσιονιστής (ο)
🔉
yeni izlenimcilik
🔉
νεοϊμπρεσιονισμός (ο)
🔉
yeni Platoncu
🔉
νεοπλατωνικός
🔉
yeni Platonculuk
🔉
νεοπλατωνισμός (ο)
🔉
yeni sene
🔉
νέο έτος (το)
🔉
yeni Türk harfleri
🔉
νέα τουρκικά γράμματα (τα)
🔉
λατινικό τουρκικό αλφάβητο (το)
🔉
yeni yazı
🔉
νέα γραφή (η)
🔉
νέο αλφάβητο (το)
🔉
yeni yeni
🔉
μόλις
🔉
πρόσφατα
🔉
yeni yetme
🔉
νεόκοπος (ο)
🔉
νεαρός (ο)
🔉
yeni yetmelik
🔉
νεοκοπιά (η)
🔉
απειρία (η)
🔉
yeni yıl
🔉
Πρωτοχρονιά (η)
🔉
νέο έτος (το)
🔉
Yeni Zelandalı
🔉
Νεοζηλανδός (ο)
🔉
Νεοζηλανδή (η)
🔉
yenibahar
🔉
μπαχάρι (το)
🔉
Yeniçağa
🔉
στους Νεότερους Χρόνους
🔉
yenice
🔉
αρκετά νέος
🔉
σχετικά καινούριος
🔉
Yenice
🔉
Γενίτζε (το)
🔉
yeniçeri
🔉
γενίτσαρος (ο)
🔉
yeniçeri ağası
🔉
αγάς των γενιτσάρων (ο)
🔉
yeniçerilik
🔉
γενιτσαρισμός (ο)
🔉
σώμα των γενιτσάρων (το)
🔉
yenici
🔉
νεωτεριστής (ο)
🔉
καινοτόμος (ο)
🔉
yenicilik
🔉
νεωτερισμός (ο)
🔉
καινοτομία (η)
🔉
yeniden
🔉
ξανά
🔉
εκ νέου
🔉
yeniden düzenleme
🔉
αναδιοργάνωση (η)
🔉
αναδιάρθρωση (η)
🔉
yeniden kurma
🔉
ανασύσταση (η)
🔉
επανίδρυση (η)
🔉
yeniden tasarımlama
🔉
επανασχεδιασμός (ο)
🔉
yeniden yapılanma
🔉
ανασυγκρότηση (η)
🔉
αναδιάρθρωση (η)
🔉
yeniden yeniye
🔉
ολοκαίνουριος
🔉
από την αρχή ως το τέλος
🔉
yenidoğan
🔉
νεογνό (το)
🔉
νεογέννητο (το)
🔉
yenidünya
🔉
μούσμουλο (το)
🔉
μουσμουλιά (η)
🔉
Yenifakılı
🔉
Γενιφακίλι (το)
🔉
yenik
🔉
ηττημένος
🔉
νικημένος
🔉
yenik
🔉
ηττημένος
🔉
νικημένος
🔉
yenileme
🔉
ανανέωση (η)
🔉
ανακαίνιση (η)
🔉
yenilemek
🔉
ανανεώνω
🔉
ανακαινίζω
🔉
yenilenebilir
🔉
ανανεώσιμος
🔉
yenilenebilir enerji
🔉
ανανεώσιμη ενέργεια (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱