Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yerli
🔉
ντόπιος
🔉
εγχώριος
🔉
yerli dolap
🔉
εντοιχισμένη ντουλάπα (η)
🔉
yerli malı
🔉
εγχώριο προϊόν (το)
🔉
yerli yerinde
🔉
στη σωστή θέση
🔉
όπως πρέπει
🔉
yerli yerine
🔉
στη θέση του
🔉
στη σωστή θέση
🔉
yerli yersiz
🔉
άκαιρα
🔉
ακατάλληλα
🔉
χωρίς λόγο
🔉
yerlileşme
🔉
εντοπιοποίηση (η)
🔉
εγχώρια προσαρμογή (η)
🔉
yerlileşmek
🔉
εντοπιοποιούμαι
🔉
γίνομαι εγχώριος
🔉
yerlileştirme
🔉
εντοπιοποίηση (η)
🔉
εγχώρια προσαρμογή (η)
🔉
yerlileştirmek
🔉
εντοπιοποιώ
🔉
προσαρμόζω εγχώρια
🔉
yerlilik
🔉
εντοπιότητα (η)
🔉
εγχώριος χαρακτήρας (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱