Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yetki
🔉
εξουσία (η)
🔉
αρμοδιότητα (η)
🔉
δικαιοδοσία (η)
🔉
yetki belgesi
🔉
εξουσιοδότηση (η)
🔉
πληρεξούσιο (το)
🔉
yetki devri
🔉
μεταβίβαση αρμοδιότητας (η)
🔉
εκχώρηση εξουσίας (η)
🔉
yetki gasbı
🔉
σφετερισμός εξουσίας (ο)
🔉
κατάχρηση αρμοδιότητας (η)
🔉
yetkilendirim
🔉
εξουσιοδότηση (η)
🔉
yetkilendirme
🔉
εξουσιοδότηση (η)
🔉
παροχή αρμοδιότητας (η)
🔉
yetkilendirmek
🔉
εξουσιοδοτώ
🔉
παρέχω αρμοδιότητα
🔉
yetkili
🔉
αρμόδιος
🔉
εξουσιοδοτημένος
🔉
yetkili merci
🔉
αρμόδια αρχή (η)
🔉
yetkili servis
🔉
εξουσιοδοτημένο συνεργείο (το)
🔉
εξουσιοδοτημένη τεχνική υπηρεσία (η)
🔉
yetkili yargıç
🔉
αρμόδιος δικαστής (ο)
🔉
yetkili yargıçlık
🔉
αρμοδιότητα δικαστή (η)
🔉
yetkililik
🔉
αρμοδιότητα (η)
🔉
εξουσιοδότηση (η)
🔉
yetkin
🔉
ικανός
🔉
επαρκής
🔉
άρτιος
🔉
yetkinleşme
🔉
τελειοποίηση (η)
🔉
ωρίμανση (η)
🔉
yetkinleşmek
🔉
τελειοποιούμαι
🔉
ωριμάζω
🔉
yetkinleştirme
🔉
τελειοποίηση (η)
🔉
βελτίωση (η)
🔉
yetkinleştirmek
🔉
τελειοποιώ
🔉
βελτιώνω
🔉
yetkinlik
🔉
επάρκεια (η)
🔉
ικανότητα (η)
🔉
αρτιότητα (η)
🔉
yetkisiz
🔉
αναρμόδιος
🔉
μη εξουσιοδοτημένος
🔉
yetkisizlik
🔉
αναρμοδιότητα (η)
🔉
έλλειψη εξουσιοδότησης (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱