Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yiğit 🔉  

γενναίος 🔉  
ανδρείος 🔉  
παλικάρι (το) 🔉  
yiğitbaşı 🔉  

επικεφαλής παλικαριών (ο) 🔉  
αρχηγός (ο) 🔉  
yiğitçe 🔉  

γενναία 🔉  
ανδρείως 🔉  
yiğitleme 🔉  

εξύμνηση ανδρείας (η) 🔉  
εγκώμιο (το) 🔉  
yiğitlendirme 🔉  

ενθάρρυνση (η) 🔉  
εμψύχωση (η) 🔉  
yiğitlendirmek 🔉  

ενθαρρύνω 🔉  
εμψυχώνω 🔉  
yiğitlenme 🔉  

ανδρείωση (η) 🔉  
εμψύχωση (η) 🔉  
yiğitlenmek 🔉  

ανδρειώνομαι 🔉  
εμψυχώνομαι 🔉  
yiğitleşme 🔉  

ανδρείωση (η) 🔉  
yiğitleşmek 🔉  

ανδρειώνομαι 🔉  
yiğitlik 🔉  

ανδρεία (η) 🔉  
γενναιότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱