Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
yoğun 🔉  

πυκνός 🔉  
συμπυκνωμένος 🔉  
έντονος 🔉  
yoğun bakım 🔉  

μονάδα εντατικής θεραπείας (η) 🔉  
yoğun disk 🔉  

συμπαγής δίσκος (ο) 🔉  
yoğunlaç 🔉  

συμπυκνωτής (ο) 🔉  
yoğunlaşabilme 🔉  

δυνατότητα συμπύκνωσης (η) 🔉  
yoğunlaşabilmek 🔉  

μπορώ να συμπυκνωθώ 🔉  
είναι δυνατόν να συμπυκνωθεί 🔉  
yoğunlaşma 🔉  

συμπύκνωση (η) 🔉  
πύκνωση (η) 🔉  
yoğunlaşmak 🔉  

συμπυκνώνομαι 🔉  
πυκνώνω 🔉  
yoğunlaştırabilme 🔉  

δυνατότητα συμπύκνωσης (η) 🔉  
yoğunlaştırabilmek 🔉  

μπορώ να συμπυκνώσω 🔉  
yoğunlaştırma 🔉  

συμπύκνωση (η) 🔉  
πύκνωση (η) 🔉  
yoğunlaştırmak 🔉  

συμπυκνώνω 🔉  
πυκνώνω 🔉  
yoğunluk 🔉  

πυκνότητα (η) 🔉  
ένταση (η) 🔉  
yoğunluklu 🔉  

πυκνός 🔉  
υψηλής πυκνότητας 🔉  
yoğunlukölçer 🔉  

πυκνόμετρο (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱