Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yol
🔉
δρόμος (ο)
🔉
οδός (η)
🔉
πορεία (η)
🔉
τρόπος (ο)
🔉
yol ağzı
🔉
διασταύρωση (η)
🔉
στόμιο δρόμου (το)
🔉
yol ayrımı
🔉
διακλάδωση (η)
🔉
σταυροδρόμι (το)
🔉
yol azığı
🔉
οδοιπορικό εφόδιο (το)
🔉
προμήθειες ταξιδιού (οι)
🔉
yol bel
🔉
διάσελο (το)
🔉
yol boyu
🔉
κατά μήκος του δρόμου
🔉
καθ’ οδόν
🔉
yol erkân
🔉
εθιμοτυπία (η)
🔉
κανόνες τάξης (οι)
🔉
yol evladı
🔉
παιδί του δρόμου (το)
🔉
yol halısı
🔉
χαλί διαδρόμου (το)
🔉
yol harçlığı
🔉
οδοιπορικά (τα)
🔉
έξοδα ταξιδιού (τα)
🔉
yol haritası
🔉
οδικός χάρτης (ο)
🔉
yol işareti
🔉
οδική σήμανση (η)
🔉
πινακίδα (η)
🔉
yol kardeşi
🔉
αδελφός του δρόμου (ο)
🔉
συνοδοιπόρος (ο)
🔉
yol kardeşliği
🔉
αδελφοσύνη του δρόμου (η)
🔉
συντροφικότητα (η)
🔉
yol kilimi
🔉
κιλίμι διαδρόμου (το)
🔉
yol parası
🔉
ναύλος (ο)
🔉
εισιτήριο (το)
🔉
οδοιπορικά (τα)
🔉
yol uğrağı
🔉
σταθμός (ο)
🔉
ενδιάμεσος σταθμός (ο)
🔉
yol yol
🔉
δρόμο δρόμο
🔉
κατά μήκος των δρόμων
🔉
yol yordam
🔉
τρόπος (ο)
🔉
μέθοδος (η)
🔉
διαδικασία (η)
🔉
yol yorgunluğu
🔉
κόπωση ταξιδιού (η)
🔉
οδοιπορική κόπωση (η)
🔉
yol yorgunu
🔉
καταπονημένος από το ταξίδι
🔉
οδοιπορικά κουρασμένος
🔉
yolak
🔉
μονοπάτι (το)
🔉
στενός δρόμος (ο)
🔉
yolbil
🔉
οδόμετρο (το)
🔉
yolbul
🔉
εύρεση δρόμου (η)
🔉
προσανατολισμός (ο)
🔉
yolcu
🔉
ταξιδιώτης (ο)
🔉
επιβάτης (ο)
🔉
yolcu gemisi
🔉
επιβατηγό πλοίο (το)
🔉
yolcu salonu
🔉
αίθουσα επιβατών (η)
🔉
yolcu treni
🔉
επιβατική αμαξοστοιχία (η)
🔉
yolculama
🔉
αποχαιρετισμός (ο)
🔉
προπέμψις (η)
🔉
yolculamak
🔉
αποχαιρετώ
🔉
προπέμπω
🔉
yolculuk
🔉
ταξίδι (το)
🔉
μετακίνηση (η)
🔉
yoldaş
🔉
σύντροφος (ο)
🔉
συνοδοιπόρος (ο)
🔉
yoldaşlık
🔉
συντροφικότητα (η)
🔉
συναδελφικότητα (η)
🔉
yoldurma
🔉
αποτρίχωση (η)
🔉
ξεπούπουλιασμα (το)
🔉
yoldurmak
🔉
αποτριχώνω
🔉
ξεπουπουλιάζω
🔉
yoldurtma
🔉
ανάθεση αποτρίχωσης (η)
🔉
yoldurtmak
🔉
βάζω να αποτριχώσουν
🔉
βάζω να ξεπουπουλιάσουν
🔉
yoldüzler
🔉
οδοστρωτήρες (οι)
🔉
yolgeçen hanı
🔉
ξέφραγο αμπέλι (το)
🔉
πέρασμα κάθε λογής (το)
🔉
yolkesen
🔉
ληστής του δρόμου (ο)
🔉
ληστής (ο)
🔉
yollama
🔉
αποστολή (η)
🔉
αποστολή/παραπομπή (η)
🔉
yollamak
🔉
στέλνω
🔉
αποστέλλω
🔉
παραπέμπω
🔉
yollanış
🔉
αποστολή (η)
🔉
yollanma
🔉
αποστολή (η)
🔉
yollanmak
🔉
αποστέλλομαι
🔉
αναχωρώ
🔉
yollatma
🔉
ανάθεση αποστολής (η)
🔉
yollatmak
🔉
βάζω να στείλουν
🔉
αναθέτω να αποσταλεί
🔉
yollayabilme
🔉
δυνατότητα αποστολής (η)
🔉
yollayabilmek
🔉
μπορώ να στείλνω
🔉
μπορώ να αποστέλλω
🔉
yollayış
🔉
αποστολή (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱