Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yumuşak
🔉
μαλακός
🔉
απαλός
🔉
ήπιος
🔉
εύκαμπτος
🔉
(φων.) ηχηρός
🔉
yumuşak ağızlı
🔉
ήπιος στον λόγο
🔉
μειλίχιος
🔉
yumuşak başlı
🔉
πράος
🔉
ήσυχος
🔉
υπάκουος
🔉
yumuşak buğday
🔉
μαλακό σιτάρι (το)
🔉
yumuşak damak
🔉
μαλακή υπερώα (η)
🔉
yumuşak iniş
🔉
ομαλή προσγείωση (η)
🔉
yumuşak karın
🔉
μαλακή κοιλιά (η)
🔉
ευάλωτο σημείο (το)
🔉
yumuşak su
🔉
μαλακό νερό (το)
🔉
yumuşak ünsüz
🔉
ηχηρό σύμφωνο (το)
🔉
yumuşak yüzlü
🔉
με ήπια όψη
🔉
γλυκοπρόσωπος
🔉
yumuşak yüzlülük
🔉
γλυκοπροσωπία (η)
🔉
ήπια όψη (η)
🔉
yumuşakça
🔉
μαλάκιο (το)
🔉
yumuşakçalar
🔉
μαλάκια (τα)
🔉
yumuşaklaşma
🔉
μαλάκωμα (το)
🔉
εξομάλυνση (η)
🔉
yumuşaklaşmak
🔉
μαλακώνω
🔉
εξομαλύνομαι
🔉
yumuşaklık
🔉
μαλακότητα (η)
🔉
απαλότητα (η)
🔉
πραότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱