Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
zaman
🔉
χρόνος (ο)
🔉
καιρός (ο)
🔉
zaman aşımı
🔉
παραγραφή (η)
🔉
zaman ayarlı
🔉
χρονορυθμισμένος
🔉
με χρονοδιακόπτη
🔉
zaman belirteci
🔉
χρονικό επίρρημα (το)
🔉
zaman bilimi
🔉
χρονολογία (η)
🔉
χρονομετρία (η)
🔉
zaman bilimsel
🔉
χρονολογικός
🔉
χρονομετρικός
🔉
zaman birimi
🔉
μονάδα χρόνου (η)
🔉
zaman dizini
🔉
χρονολογικός δείκτης (ο)
🔉
χρονοδείκτης (ο)
🔉
zaman eki
🔉
χρονική κατάληξη (η)
🔉
χρονικό επίθημα (το)
🔉
zaman tüneli
🔉
χρονοσήραγγα (η)
🔉
zaman zaman
🔉
κατά διαστήματα
🔉
πότε-πότε
🔉
zaman zarfı
🔉
χρονικό επίρρημα (το)
🔉
zamandaş
🔉
σύγχρονος (ο)
🔉
ομόχρονος (ο)
🔉
zamandaşlık
🔉
συγχρονία (η)
🔉
zamane
🔉
εποχή (η)
🔉
καιροί (οι)
🔉
zamane adamı
🔉
άνθρωπος της εποχής (ο)
🔉
zamane çocuğu
🔉
παιδί της εποχής (το)
🔉
zamanında
🔉
εγκαίρως
🔉
στην ώρα του
🔉
zamanla
🔉
με τον χρόνο
🔉
με τον καιρό
🔉
zamanlama
🔉
χρονισμός (ο)
🔉
χρονοπρογραμματισμός (ο)
🔉
zamanlamak
🔉
χρονίζω
🔉
χρονοπρογραμματίζω
🔉
zamanlayabilme
🔉
δυνατότητα χρονισμού (η)
🔉
δυνατότητα χρονοπρογραμματισμού (η)
🔉
zamanlayabilmek
🔉
μπορώ να χρονίσω
🔉
μπορώ να χρονοπρογραμματίσω
🔉
zamanlı
🔉
έγκαιρος
🔉
χρονικός
🔉
zamanlı zamansız
🔉
πότε-πότε
🔉
άκαιρα κι έγκαιρα
🔉
zamansız
🔉
άκαιρος
🔉
πρόωρος
🔉
zamansızlık
🔉
ακαιρία (η)
🔉
πρόωρος θάνατος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱