Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
zayıf 🔉  

αδύνατος 🔉  
ασθενής 🔉  
ισχνός 🔉  
αμυδρός 🔉  
zayıf nahif 🔉  

ισχνός 🔉  
λεπτεπίλεπτος 🔉  
zayıf sesli 🔉  

χαμηλόφωνος 🔉  
ασθενόφωνος 🔉  
zayıflama 🔉  

αδυνάτισμα (το) 🔉  
εξασθένηση (η) 🔉  
zayıflamak 🔉  

αδυνατίζω 🔉  
εξασθενώ 🔉  
zayıflatabilme 🔉  

δυνατότητα αδυνατίσματος (η) 🔉  
δυνατότητα εξασθένησης (η) 🔉  
zayıflatabilmek 🔉  

μπορώ να αδυνατίσω 🔉  
μπορώ να εξασθενήσω 🔉  
zayıflatma 🔉  

αδυνάτισμα (το) 🔉  
εξασθένηση (η) 🔉  
zayıflatmak 🔉  

αδυνατίζω 🔉  
εξασθενίζω 🔉  
zayıflayabilme 🔉  

δυνατότητα να αδυνατίσει (η) 🔉  
δυνατότητα να εξασθενήσει (η) 🔉  
zayıflayabilmek 🔉  

μπορώ να αδυνατίσω 🔉  
μπορώ να εξασθενήσω 🔉  
zayıflayış 🔉  

αδυνάτισμα (το) 🔉  
εξασθένηση (η) 🔉  
zayıflık 🔉  

αδυναμία (η) 🔉  
ασθένεια (η) 🔉  
ισχνότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱