Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
zincir
🔉
αλυσίδα (η)
🔉
zincirleme
🔉
αλυσιδωτός
🔉
zincirleme ad tamlaması
🔉
αλυσιδωτή ονοματική σύνταξη (η)
🔉
zincirleme isim tamlaması
🔉
αλυσιδωτή ονοματική σύνταξη (η)
🔉
zincirleme kaza
🔉
αλυσιδωτό τροχαίο (το)
🔉
zincirleme sıfat tamlaması
🔉
αλυσιδωτή επιθετική σύνταξη (η)
🔉
zincirleme tepkime
🔉
αλυσιδωτή αντίδραση (η)
🔉
zincirlemek
🔉
αλυσοδένω
🔉
αλυσοδένω
🔉
zincirlenme
🔉
αλυσοδέσιμο (το)
🔉
zincirlenmek
🔉
αλυσοδένομαι
🔉
zincirli
🔉
αλυσοδεμένος
🔉
με αλυσίδα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱